Επικήδειοι, Νέα

Επικήδειος για τον μ. γιατρό Σίμο Τίκη

Σάββατο, 10 Φεβρουαρίου 2018

Εκκλησία Αγίας Φύλας

Ώρα: 2:30μ.μ.

 

Σεβαστό Ιερατείο,

κηδεύουμε σήμερα έναν εκλεκτό άνδρα του Λευκονοίκου μας, έναν ανθρωπιστή επιστήμονα, έναν στοργικό σύζυγο, πατέρα, παππού, αδελφό, θείο, μια χαρισματική προσωπικότητα που τίμησε την κωμόπολή μας, έναν λεβέντη Έλληνα και εξωτερικά και ψυχικά.

Πόση περηφάνεια ένιωθαν οι γονείς του μακαριστού Σίμου Τίκκη, και ο πατέρας Κυριάκος και η μητέρα του Σοφία, που με τον ιδρώτα του προσώπου τους και τον κάματο στα χωράφια τους κατάφεραν και σπούδασαν τον μοναχογιό τους γιατρό στην Αθήνα! Δεν ήταν και λίγο, αν αναλογιστούμε τις συνθήκες στις οποίες ζούσαν επί αγγλοκρατίας οι πρόγονοί μας. Ήταν μεγάλο κατόρθωμα, σε μια εποχή που μόνο οι πολύ πλούσιοι κατάφερναν να σπουδάσουν τα παιδιά τους, ένας γεωργός από την κωμόπολή μας να οραματιστεί τον γιο του γιατρό, και μάλιστα ήταν από τους πρώτους που έκανε και ειδικότητα τέσσερα χρόνια στην Παιδιατρική στο Νοσοκομείο Παίδων «Αγία Σοφία».

Ο μοναχογιός Σίμος, ο γιος του Κυριάκου Τίκη, ήταν βαφτιστικός του γιατρού Ατρείδη, του πατέρα της μ. Κυβέλης και της μ. Νίνας. Γεννήθηκε στο Λευκόνοικο στις 21 Ιουλίου του 1930. Αδελφή του η Αντριανή  με την οποία ως το τέλος της ζωής του είχε μια πολύ όμορφη και τρυφερή σχέση. Ήταν ο συμβουλάτορας της οικογένειας, ο σοφός Νέστωρας που όλους τους νοιαζόταν και τους αγαπούσε.

Ο γιατρός Σίμος Τίκης φοίτησε στην Ανωτέρα Σχολή Λευκονοίκου και μετά συνέχισε για άλλα τρία χρόνια στο Ελληνικό Γυμνάσιο Αμμοχώστου. Ήταν άριστος μαθητής και πολύ καλό παιδί, μετρημένο και προκομμένο. Όνειρό του να σπουδάσει Ιατρική στην Αθήνα. Οι γονείς του δεν του χαλούσαν χατίρι. Έκαναν τα λεφτά τους χρυσές λίρες τις οποίες έπαιρνε στην Αθήνα.

Στη διάρκεια των σπουδών του γνώρισε κι αγάπησε τη γυναίκα του την Τίμη, μια πανέμορφη και καλότατη κοπέλα, η οποία αμέσως κατέκτησε όλη την οικογένεια με τη νοικοκυροσύνη, αλλά και με την ευγένεια και την ομορφιά της ψυχής της. Το καλοκαίρι του 1960 έκαναν έναν υπέροχο γάμο στην εκκλησία του Σωτήρος μας, όπου τις λαμπάδες τις έφεραν για πρώτη φορά από την Αθήνα και τον γαμπρό πήρε στην εκκλησία ο μ. Παναγιώτης Χαραλάμπους με την κούρσα του, ενώ η νύφη πήγε με τα πόδια γιατί το νυφικό δεν χωρούσε να  μπει στην κούρσα. 

Θυμάμαι τον παπά μου που πήγαινε στην Αθήνα, και πάντοτε μιλούσε με τα καλύτερα λόγια για τη φιλοξενία που του επιδαψίλευαν ο μακαριστός Σίμος Τίκης και ιδιαιτέρως η γυναίκα του κ. Τίμη, την οποία ιδιαιτέρως εκτιμούσε και μνημόνευε. Και μας έλεγε, θυμάμαι, ο παπάς μου για την καταγωγή της από την Αμοργό. Τότε δεν ξέραμε τι παράδεισος είναι επί γης η Αμοργός.

Δυο χρόνια μετά τον γάμο τους ήρθαν για πάντα στην Κύπρο και εγκαταστάθηκαν στο Βαρώσι, όπου άνοιξε παιδιατρική κλινική, ενώ κάθε Κυριακή ο γιατρός Τίκης εξέταζε στο σπίτι της αδελφής του στο Λευκόνοικο.  Παιδούλες συνεχώς πηγαίναμε με τη φιλενάδα μου τη Σοφούλα στο σπίτι της γιαγιάς της που πάντα μας φίλευε κάτι, και τότε βλέπαμε τον γιατρό και την  Αθηναία σύζυγό του που μιλούσε τόσο ωραία, και μας άρεσε. Μαζί απέκτησαν τρία παιδιά: τον Κυριάκο, τον Νίκο και τη Σόφη.

Ο γιατρός Σίμος Τίκης αποκτά όλο και περισσότερο τη φήμη του καλού γιατρού και του εξαίρετου ανθρώπου. Είναι ένας σοβαρός άνθρωπος, ζυμωμένος με το ήθος της Μεσαορίας μας, ευπρεπής, με αξιοπρέπεια και ευγένεια ψυχής, με ανιδιοτέλεια και αγάπη στον συνάνθρωπό

του. Η φήμη του ως γιατρού εξαπλώνεται σε όλη την επαρχία μας και όλοι φτάνουν στο Βαρώσι για να φέρουν τα παιδιά τους να τα γιατρέψει ο γιατρός με την καλή ψυχή, που πολλούς τους γιάτρευε και χωρίς λεφτά, αλλά με πολλή τρυφερότητα και αγάπη. Τα παιδάκια καταλάβαιναν την αγάπη που τους είχε, γι’ αυτό δεν έκλαιγαν.

Ο γιατρός ο Τίκης έσωσε πολλά παιδάκια, και αναντίλεκτα σε όλη τη ζωή του τίμησε τον όρκο του Ιπποκράτη. Ως Δήμαρχος Λευκονοίκου νιώθω μεγάλη τιμή που μπορώ σήμερα και αποχαιρετώ μια μεγάλη προσωπικότητα της κωμόπολής μας που, δυστυχώς, όσο ζούσε, δεν τον τιμήσαμε, και γι’ αυτό ζητώ ταπεινά συγγνώμη και από τον ίδιο και από την οικογένειά του. Βεβαίως, η δική μου εκτίμηση προς το πρόσωπό του πηγάζει από τη μεγάλη αγάπη και τον θαυμασμό που του είχε ο παπάς μου, τόσο από τα χρόνια των σπουδών του, αλλά και όταν κατάφερε με τη δουλειά του να κάνει τη δική του κλινική στην οδό Αισχύλου, στο κέντρο του Βαρωσιού, όπου έκτισε τρίπατο οίκημα, αλλά δυστυχώς μετά την προσφυγιά αναγκάστηκε να μπει στο Δημόσιο για να ζήσει την οικογένειά του.

Θα ήθελα να προσθέσω ότι ο γιατρός Σίμος Τίκης που αποχαιρετούμε σήμερα ήταν ένας άνθρωπος της προσφοράς, της εργατικότητας, της ευρυμάθειας. Μέχρι τα τελευταία χρόνια της ζωής του ενημερωνόταν συνεχώς για την παιδιατρική που ήταν το πάθος και η μεγάλη αγάπη του.

Αξίζει να τον μνημονεύουμε, επίσης, και για το παράδειγμα που μας έδωσε με τη συμπαράστασή του προς την αγαπημένη του σύζυγο μέχρι την τελευταία μέρα της ζωής του. Τέτοιοι άνθρωποι αφοσίωσης προς τον/τη σύντροφό τους είναι παράδειγμα προς μίμηση από  όλους μας. Γενικά, υποκλίνομαι μπροστά στο ήθος και το μεγαλείο της ψυχής ενός ανθρώπου που δεν πουλήθηκε, όπως πολλοί, αλλά αγάπησε τη γυναίκα που έκανε μητέρα των παιδιών του, δούλεψε μόνος του για να κτίσει την κλινική του, και ύστερα πάλι μετά την προσφυγιά πάλεψε για να αναστήσει την οικογένειά του.

 Ο γιατρός ο Τίκης κατάφερε και έκανε τον προσωπικό του παράδεισο πάνω στα βουνά στον Αμίαντο. Εκεί, ανάμεσα στα δέντρα του, αναπαυόταν όλα τα χρόνια που ζούσε στη φιλόξενη πόλη της Λεμεσού.  

Στην πολυαγαπημένη του σύζυγο Τίμη, τα παιδιά του Κυριάκο, Νίκο και Σόφη, τα εγγόνια και τα δισέγγονά του, την αδελφή του θεία Αντριανή, τα ανίψια του Χρήστο, Κυριάκο και Σοφούλα, ευχόμαστε την εξ  ύψους παρηγορία, και να ακολουθήσουν το παράδειγμα και τις διδαχές του, τις αξίες και τα ιδανικά με τα οποία τους μεγάλωσε, αξίες που φέραμε από την κωμόπολή μας.

Πολυαγαπημένε μας γιατρέ, Σίμο Τίκη, αφήνεις μνήμη αγαθή. Το Λευκόνοικο είναι πολύ περήφανο που γέννησε έναν γλυκύτατο, πράο, σεμνό, προσηνή άνθρωπο, έναν εξαίρετο άνθρωπο της μεγαλοψυχίας και της ψυχικής αρχοντιάς, του μέτρου και της σωφροσύνης, της οξύνοιας και της μετριοπάθειας, έναν άριστο επιστήμονα, έναν πατριώτη που είχε την τύχη να φιλοξενεί στο διαμέρισμά του στην Αθήνα τον Γρηγόρη Αυξεντίου.

Καλό παράδεισο. Μακαρία η οδός η πορεύει σήμερον.

Φεύγεις πλήρης ημερών και πας να συναντήσεις τους αγαπημένους σου γονείς και τον γαμπρό σου Αντώνη. Θα συναντήσεις και τον παπά μου. Θα σε περιμένουν με μεγάλη χαρά. Χαιρετισμούς σε όλους τους αγαπημένους μας, τους τιμαριώτες τ’ ουρανού.  


  • Κοινοποιήστε: