Επικήδειοι

Εκκλησία Αγίας Μαρίνας  Καλοπαναγιώτη

Ώρα: 12 :30μ.μ.

 

Σεβαστόν ιερατείον,

αγαπητοί μου φίλοι και αγαπητές μου φίλες,

χαμπάρι μαύρο μάς ήρθε ψες. Μας πάγωσε, κι ας το περιμέναμε. Δεν θέλαμε, όμως, να το πιστέψουμε. Δεν θέλαμε να το δεχτούμε. Μα η Αντρούλα μας; Τόσο νωρίς;

Δεν ήταν η ώρα σου, Αντρούλα μου, να φύγεις. Είσαι πολύ νέα για το μεγάλο ταξίδι. Δεν πρόφτασες να χαρείς  τα παιδιά σου, δεν τα ξεπροβόδισες από το σπίτι σου γαμπρούς και νύφες, δεν χάρηκες εγγόνια, δεν ολοκλήρωσες τον κύκλο της ζωής σου.

«Άλλαι μεν βουλαί ανθρώπων, άλλα δε Θεός κελεύει».

Με τα ανθρώπινα μέτρα, η αποδημία σου προξενεί οδύνη και άφατο πόνο. Σε θυμάμαι μικρούλα στο Λευκόνοικό μας, ένα γλυκό, χαριτωμένο κοριτσάκι, χαμογελαστό και ευγενικό. Ήσουν η μικρότερη αδελφή της συμμαθήτριάς μου της Μάρως, κόρη του Καλλή και της Ελένης και του μ. του Τζιονή και της Κυριακούς, που σε μεγάλωσαν με πολλή αγάπη και σε καμάρωναν. Ο μ. ο Τζιωνής έκτισε το σπίτι που μού ετοίμασε ο πατέρας μου.

Στα δεκατέσσερά σου, σε αυτή την τρυφερή ηλικία, γνώρισες την εισβολή και τον ξεριζωμό. Πέρασες την εφηβεία σου, μακριά από την αγαπημένη μας κωμόπολη, όπου ο καθένας είχε την αξία του. Μεγάλωσες ανάμεσα σε ξένους ανθρώπους, πρόσφυγας στον τόπο σου.

Λες και δεν είχες ποτέ σου σπιτικό.

Κι όμως, είχαμε κάποτε κι εμείς ένα σπίτι, μιαν αυλή, έναν κήπο.

Ίσα-ίσα που εμείς είχαμε έναν κάμπο ολόδικό μας κι έναν γίγαντα με πέντε δάκτυλα να μάς φυλάει το βιος απ’ τους κουρσάρους.

Κι ύστερα γνώρισες τον αγαπημένο σου σύζυγο, τον αξιολάτρευτο Λάμπρο, από τον όμορφο Καλοπαναγιώτη, που εμείς στο Λευκόνοικο ξέραμε καλά, γιατί ερχόμασταν συχνά τότε σε αυτά τα εξαίσια ορεινά θέρετρα.

Μαζί φτιάξατε μια ευτυχισμένη οικογένεια, δεμένη. Στα τέσσερα εξαίρετα παιδιά σου, τον Αντρέα, την Κούλα, τη Φανή και τον Αντώνη, μεταλαμπάδευσες τις αξίες και τα ιδανικά με τα οποία γαλουχήθηκες στο Λευκόνοικό μας. Τα ανάστησες τα παιδιά σου με τα παραμύθια της Μεσαορίας μας. Τα έκανες να αγαπήσουν τη γη μας που δεν γνώρισαν, το ήθος και το μεγαλείο της. Γιατί ήσουν μια άξια και προκομμένη Λευκονοικιάτισσα, πρόσχαρη και καλόκαρδη, καλοδούλα και καλοσυνάτη, νοικοκυρά και αξιοπρεπής, φιλότιμη και ανθρωπίστρια.

Άνθρωπος της προσφοράς και της αγάπης, έγινες θυσία για τα παιδιά σου. Μαζί με τον σύζυγό σου Λάμπρο φροντίσατε να μην τους λείψει τίποτα, να είναι πάντα χαρούμενα και ευτυχισμένα.

Και τώρα που ήταν η ώρα να δρέψεις τους καρπούς των  κόπων σου, καλή μας Αντρούλα, τώρα έφυγες και τους άφησες. Η άσχημη αρρώστια σε κατέβαλε. Πώς να την παλέψεις;

Στον σύζυγό σου, τα παιδιά, την αδελφή σου, τα ανίψια σου και τους άλλους συγγενείς, ευχόμαστε την εξ ύψους παρηγορία. Να ζουν και να σε θυμούνται και να σε μακαρίζουν, και να είναι σίγουροι ότι θα έχουν έναν βοηθό στον ουρανό. Θα είσαι πάντοτε νοερά μαζί τους, και θα τους συντρέχεις σε κάθε στιγμή.

Αιωνία η μνήμη σου, αγαπημένη μας Αντρούλα.

Ας είναι ελαφρύ το χώμα που θα σε σκεπάσει.

Μακαρία η οδός ή πορεύει σήμερον, ότι ητοιμάσθη σοι τόπος αναπαύσεως.

Είμαι σίγουρη ότι είσαι στην αγκαλιά του Θεού μας.

Καλό παράδεισο!


  • Κοινοποιήστε: