Νέα, Ομιλίες

Ομιλία για τον Βασίλη Μιχαηλίδη
Γραμματεία Οικουμενικού Ελληνισμού της Νέας Δημοκρατίας
Σαλαμίνα, Παρασκευή, 20 Οκτωβρίου 2017
Της Ζήνας Λυσάνδρου Παναγίδη
Δημάρχου Λευκονοίκου

Το 1948 σε μια θεατρική παράσταση της «9ης Ιουλίου 1821 εν Λευκωσία της Κύπρου» στο Γυμνάσιο Αμμοχώστου που επιμελήθηκε ο εξαίρετος φιλόλογος Κυριάκος Χατζηιωάννου, τον ρόλο του Αρχιεπισκόπου Κυπριανού που απαγχονίστηκε από τους Τούρκους υποδύθηκε ο μετέπειτα υπαρχηγός της ΕΟΚΑ, ο Γρηγόρης Αυξεντίου, ενώ το 1962 στη Λεμεσό, τον ίδιο ρόλο είχε ο νυν πρόεδρος της Κύπρου, ο κ. Νίκος Αναστασιάδης.

 

Αξιότιμε κύριε Κώστα Χατζηδάκη
Εκλεκτοί προσκεκλημένοι, φίλοι και φίλες,
ως Δήμαρχος Λευκονοίκου, αλλά πρωτίστως ως φιλόλογος, είμαι πολύ συγκινημένη αλλά και πολύ χαρούμενη, γιατί τιμούμε, εκατό χρόνια μετά θάνατον, έναν ποιητή, έναν λάτρη της αιώνιας Ελλάδας, έναν επίγονο του Διοννυσίου Σολωμού, όπως ο βάρδος της ρωμιοσύνης Βασίλης Μιχαηλίδης που γεννήθηκε στην κωμόπολή μας. Γι΄ αυτό και σας ευχαριστώ από καρδιάς για την τιμητική πρόσκληση, αγαπητέ κύριε Σκανδαλάκη και αγαπητέ κύριε Σταματάκο, της Γραμματείας Οικουμενικού Ελληνισμού της Νέας Δημοκρατίας και αγαπημένε μου φίλε και συμφοιτητή Όμηρε Παπασάββα, να παρευρεθώ και να μιλήσω για τον αγαπημένο μου ποιητή σε ένα νησί που το τιμά η Ιστορία της πατρίδας μας. Απόψε παρακαθόμαστε στην τράπεζα του Βασίλη Μιχαηλίδη, και είναι ένα θεϊκό προνόμιο, πιστέψτε με.
Έρχομαι από μια κωμόπολη της Κύπρου, το Λευκόνοικο, μια πλούσια κωμόπολη του «μέγα κάμπου» της Μεσαορίας, μια σιταρομάνα κωμόπολη, με περήφανους αγρότες, πεπαιδευμένους, που μεσουρανούσε από τις αρχές του προηγούμενου αιώνα στο στερέωμα της κυπριακής υπαίθρου, στον οικονομικό, κοινωνικό, πολιτικό και πολιτιστικό τομέα. Μια κωμόπολη που υπήρξε η κοιτίδα του συνεργατικού κινήματος της Κύπρου, εδώ γεννήθηκε η πρώτη συνεργατική τράπεζα το 1909 από δύο φωτεινά πνεύματα, τον Ιωάννη Οικονομίδη και τον δάσκαλο Μάρκο Χαραλάμπους.
Εδώ, επίσης, γεννήθηκε ένας αθεράπευτα ελληνολάτρης ιερωμένος, ο επίσκοπος Κιτίου Κυπριανός, μια κορυφαία πολιτική και εκκλησιαστική φυσιογνωμία και ηγέτης του ενωτικού κινήματος της Κύπρου, θείος του Βασίλη Μιχαηλίδη και μέντοράς του, που υποδέχθηκε στη Λάρνακα τον πρώτο άγγλο αρμοστή στα 1878, εκφράζοντας τον διακαή πόθο των Ελλήνων της μεγαλονήσου να ενωθούν με τη Μάνα Ελλάδα.
Ταυτόχρονα, το Λευκόνοικο είναι η γενέτειρα του Άρχοντα Πρωτοψάλτη Θεόδουλου Καλλίνικου και άλλων πολλών εκλεκτών ανθρώπων που λάμπρυναν τη ζωή του νησιού μας, μορφωμένων αλλά και σπουδαίων τεχνιτών που έκαναν διάφορες εφευρέσεις που ευκόλυναν τη ζωή των γεωργών, όπως ο Δημήτριος Σούγλης, ο Πουρεκκής, που εφηύρε την αλωνιστική μηχανή, ή οι αδελφοί Παπακυριακού, ο γεώργιος Χούτρης και τόσοι άλλοι. Εκείνο, όμως, που ξεχωρίζει το Λευκόνοικο, η ειδοποιός διαφορά με άλλα μέρη της Κύπρου μας είναι η εξέχουσα θέση τη γυναίκας. Το Λευκόνοικο μόρφωνε τη γυναίκα από τις αρχές του περασμένου αιώνα. Η γυναίκα, όμως, του Λευκονοίκου και όταν δεν μορφωνόταν, ξεχώριζε με την ευγένεια, την αρχοντιά και τη νοικοκυροσύνη της, με τα εκλεκτά ζυμαρικά και άλλα γλυκίσματα που έφτιαχνε, και κυρίως με τα λευκονοικιάτικα υφαντά που ύφαινε στον αργαλειό της, αυτά τα υπέροχα πολύχρωμα προικιά, και με τα κεντήματα των χεριών της που την καταξίωναν.
Αναντίρρητα, το Λευκόνοικο σεμνύνεται, κυρίως, ότι γέννησε τον Βασίλη Μιχαηλίδη, αυτή τη ρωμαλέα μορφή της λογοτεχνίας μας, που είναι ισάξιος με τα άλλα ιερά τέρατα, τον Σολωμό, τον Κάλβο, τον Παλαμά, τον Βαλαωρίτη. Απλώς, δεν είναι όσο θα του άξιζε γνωστός στην Ελλάδα, παρόλο που υπήρξε ελληνολάτρης ποιητής, και μάλιστα απέδειξε έμπρακτα την αγάπη του για τη γαλάζια πατρίδα, με τη συμμετοχή του στους αγώνες της Θεσσαλίας, συγκεκριμένα στη Μακρυνίτσα το 1877.
Αξίζει a priori να αναφερθούν κάποιοι εμβληματικοί στίχοι του Βασίλη Μιχαηλίδη:
«Η Ρωμιοσύνη εν φυλή συνότζιαιρη του κόσμου, κανένας δεν εβρέθηκεν για να την ιξηλείψη, κανένας, γιατί σιέπει την που τ’ άψη ο Θεός μου. Η Ρωμιοσύνη εν να χαθή, όντας ο κόσμος λείψη!
Σφάξε μας ούλους τζι’ ας γενή το γαίμαν μας αυλάτζιν, κάμε τον κόσμον ματζιελλειόν τζιαι τους Ρωμιούς τραούλλια, αμμά ξέρε πως ίλαντρον όντας κοπή καβάτζιν τριγύρου του πετάσσουνται τρακόσια παραπούλια. Το ‘νιν αντάν να τρώ’ την γην τρώει την γην θαρκέται, μα πάντα τζιείνον τρώεται τζιαι τζιείνον καταλυέται».
Πρόκειται για τους πιο γνωστούς στίχους του Βασίλη Μιχαηλίδη, από το έργο του «η 9η Ιουλίου του 1821 εν Λευκωσία Κύπρου» που είναι ένα ομολογουμένως μεγαλειώδες ποίημα. Περιγράφοντας τη νύχτα πριν ξημερώσει η τραγική 9η Ιουλίου 1821, όταν οι Τούρκοι απαγχόνισαν τον Αρχιεπίκοπο και τους άλλους δεσποτάδες, αλλά και πολλούς προύχοντες του νησιού με την αιτιολογία της ετοιμασίας για εξέγερση, αλλά και τον διάλογο του Αρχιεπισκόπου Κυπριανού με τον Κιουτσούκ Μεχμέτ, ο ποιητής προβάλει το νόημα της Ρωμιοσύνης αλλά και την αυτοθυσία του Κυπριανού. Η απροσδόκητη ποιότητα του ποιήματός του καθώς και η άριστη χρήση της κυπριακής διαλέκτου τον κατέστησαν στη συλλογική μνήμη της Κύπρου ως τον κορυφαίο της ποιητή.
Ο Βασίλης Μιχαηλίδης γεννήθηκε το 1849 στο Λευκόνοικο. Τα πρώτα γράμματα τα έμαθε κοντά στον θείο του εκ μητρός, η οποία πέθανε, τον ………….Στα 12 του ο πατέρας του τον έστειλε στη Λευκωσία για να παρακολουθήσει μαθήματα αγιογραφίας. Ζούσε με τον θείο του Γιάννη Οικονομίδη, αργότερα μητροπολίτη Κιτίου. Λέγεται, πως ο νεαρός Βασίλης είχε τόσο μεγάλο ταλέντο στη ζωγραφική που κάποια στιγμή ζωγράφισε ένα πιάτο αυγά και το τοποθέτησε στο τραπέζι. Ο θείος του δεν κατάλαβε πως ήταν ζωγραφιά και πήρε πιρούνι να φάει το έργο τέχνης.
Τα εφηβικά του χρόνια τα πέρασε στην Αρχιεπισκοπή. Η αγιογραφία δεν τον οδήγησε πουθενά και ο ίδιος απέτυχε να λάβει ανώτερη σχολική μόρφωση. Κατά την εκεί παραμονή του γνωρίστηκε με τον Γιώργο Βιζυηνό, με τον οποίο συναγωνιζόταν στην ποίηση. Όταν ο θείος του χειροτονήθηκε Μητροπολίτης Κιτίου, πήρε μαζί του στη Λάρνακα τον Βασίλη Μιχαηλίδη.
Εκεί για πρώτη φορά παρουσίασε το ποιητικό του ταλέντο και μετά από προτροπή του ποιητή και θεατρικού συγγραφέα Θεόδουλου Κωνσταντινίδη ο Μιχαηλίδης δημοσίευσε τα πρώτα του έμμετρα κείμενα στον Πυθαγόρα της Σμύρνης το 1873.
Γύρω στο 1874 ταξιδεύει στην Ιταλία για σπουδές ζωγραφικής, αποτυγχάνει, και από εκεί έρχεται στην Ελλάδα και πολεμά στον θεσσαλικό αγώνα.
Επιστρέφει στην Κύπρο ως ήρωας, αλλά ρακένδυτος, άρρωστος κι απένταρος. Τα όνειρά του για έξοδο από την Κύπρο αλλά και για σπουδές, σβήνουν για πάντα. Εγκαθίσταται στη Λεμεσό και εργάζεται ως υπάλληλος στο παράρτημα της Μητρόπολης.
Με την εγκατάστασή του στη Λεμεσό ξεκινά τις νέες ποιητικές του συλλογές, γράφει σε εφημερίδες, κάνει πολιτικά και σατιρικά σχόλια, ενώ προσπαθεί να φανεί το όνομά του δίπλα στα ονόματα άλλων διανοουμένων της εποχής.
Η πρώτη συνάντηση του ποιητή με τη Λεμεσό έγινε το 1978, όταν ήταν 29 χρόνων και άρχιζε η αγγλοκρατία με την οποία ποτέ δεν συμβιβάστηκε, ποτέ δεν την αποδέχτηκε.
Αναμφίβολα, στη Λεμεσό έγινε ποιητής. Είναι η δική του «Θεά Πόλις», όπως για τον Καβάφη η Αλεξάνδρεια. Είναι η γη Χαναάν του, η πόλη των οραματισμών του. Είναι η πόλη η στοργική του μάνα και ερωμένη του, η πόλη που του φέρθηκε, τολμώ να πω, σκανδαλωδώς πολύ καλά. Τον τοποθέτησαν σε πολύ σημαντική θέση, με μόνο κριτήριο την αξία του ως ποιητή.
Αυτή την εποχή στη Λεμεσό γίνεται μια πολιτισμική έκρηξη. Ευδοκίμησε σ΄ αυτή την πόλη. Τελείωσε η περιπλανώμενη ζωή του και έχει την πόλη του. Ταίριαξε με τον χαρακτήρα του που ήταν γλεντζές, χωρατατζής και χαροκόπος(μού θυμίζει τον φίλο μου που είναι απόγονός του).
Η Λεμεσός έμοιαζε με την ψυχή του. Εδώ βρίσκει ενθουσιώδες εθνικό πνεύμα, έναν παλμό ελευθερίας. Με Δήμαρχο τον Χριστόδουλο Καρύδη γίνονται εθνικά συλλαλητήρια, και ο λαμπρότερος δάσκαλος της Λεμεσού, ο Ανδρέας Θεμιστοκλέους-στον οποίο θα θητεύσει για να συμπληρώσει τις γνώσεις του, -κηρύσσει την ένωση της Κύπρου με τη μητέρα Ελλάδα. Η Λεμεσός ήταν ένα κοχλάζον καμίνι εθνισμού. Γι’ αυτό και για τον ποιητή μας η Ελλάδα ήταν το πάθος του.
Η αλλαγή επαγγελμάτων όμως –υπάλληλος στο Δημαρχείο, νοσοκόμος στο πτωχοκομείο, επόπτης σε σφαγείο και φαρμακοποιός – δεν ευνοούν την ήδη ασταθή ψυχολογική του κατάσταση και για να «ξεφύγει» το ρίχνει στο αλκοόλ. Τα ποιήματα που παραδίδει εκείνη την περίοδο είναι μέτρια. Όμως, όσο προχωράει η επιδείνωση της υγείας του, τόσο, κάπως απροσδόκητα, ο Βασίλης Μιχαηλίδης μεγαλουργεί, παραδίδοντας την «Ανεράδα» – που έγραψε μετά από τη μεγάλη ερωτική απογοήτευση για την Ευτέρπη Μιχαηλίδου-Αραούζου- (γιαγιά του πρώην Προέδρου της Κυπριακής Δημοκρατίας μ. Σπύρου Κυπριανού), την «9η Ιουλίου εν Λευκωσία Κύπρου» και τη «Χιώτισσα».
Το 1910 σταματά η περίπου 30χρονη επαγγελματική του πορεία στο πτωχοκομείο, και το 1915 εισάγεται ο ίδιος, σε ηλικία 66 ετών. Ήταν αβίαστη δική του επιλογή, γιατί χρειαζόταν καθημερινή φροντίδα. Το πτωχοκομείο ήταν ένα αριστοκρατικό οίκημα που ήταν και νοσοκομείο, ό,τι καλύτερο μπορούσε να του προσφέρει η πόλη. Διάλεξε ο ίδιος το δωμάτιό του.

Παρόλα αυτά, δεν σταμάτησε να γράφει, και στο πρωτοχρονιάτικο φύλλο του 1917 της λεμεσιανής εφημερίδας «Σάλπιγξ» δημοσιεύθηκε «Το όρομαν του Ρωμιού». Το μεγαλόπνοο πατριωτικό ποίημα ήταν το τελευταίο του που είδε τυπωμένο.

Ο ίδιος ευχήθηκε:

«Θεέ μου, τζιαι να πέθαινε

ένα Σαββάτο βράδυ,

την Κυριακήν που το πρωίν να κατεβώ στον Άδην»

Μοναχικός και πλήρως εξαρτημένος από το ποτό αφήνει την τελευταία του πνοή στις 8 Δεκεμβρίου 1917. Ήταν Σάββατο βράδυ. Ο Δήμος Λεμεσού τον έθαψε με τιμές, αλλά μέχρι σήμερα δεν ξέρουμε ποιος ακριβώς είναι ο τάφος του.

Ο Βασίλης Μιχαηλίδης πρωτοεμφανίστηκε στη λογοτεχνία από τις σελίδες των εφημερίδων «Αλήθεια» και «Σάλπιγξ», όπου δημοσίευσε ποιήματα, υπογράφοντας ποιήματα άλλοτε με τα αρχικά Β.Μ. και άλλοτε μόνο με το Β, ενώ εξέδωσε και τη βραχύβια εφημερίδα «Ο Διάβολος».

Το 1882 κυκλοφόρησε η πρώτη ποιητική του συλλογή με τίτλο «Ασθενής Λύρα» με ποιήματα στην καθαρεύουσα, τη δημοτική και την κυπριακή διάλεκτο, στην οποία έγραψε και τα υπόλοιπα έργα του. Το 1911 εξέδωσε τη δεύτερη συλλογή του με τίτλο «Ποιήματα».
Βέβαια, υπάρχουν και κάποιες post mortem, μετά θάνατον εκδόσεις, όπως του Αντώνη Ιντιάνου, του Νικόλαου Ξιούτα, του Παύλου Παρασκευά, του Γιάννη Κατσούρη, του Κώστα Βασιλείου, του Λευτέρη Παπαλεοντίου. Σήμερα, έχουμε τη χαρά και την ευλογία να έχουμε στα χέρια μας την πιο αξιόλογη έκδοση της «9ης Ιουλίου 1821 εν Λευκωσία»( Κύπρου) που βασίστηκε σε χειρόγραφο που το θεώρησε, το είδε, το διόρθωσε, το έλεγξε ο ίδιος ο ποιητής, του νεαρού φιλολόγου Δρα Κυριάκου Ιωάννου, που μόλις πρόσφατα τελείωσε τη διδακτορική διατριβή του στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης, και εκδόθηκε σε έναν πολύ καλαίσθητο τόμο.
Προσωπικά, πέραν από τα επικά ποιήματά του, όπως η «9η Ιουλίου του 1821 εν Λευκωσία Κύπρου», το πιο λαμπρό και φωτεινό ποίημα του αλύτρωτου Ελληνισμού, με συναρπάζει και με γοητεύει και ο λυρισμός του, η ποιητική του ευαισθησία, όπως φαίνεται στη «Χιώτισσα» που είναι ένα επικολυρικό ποίημα. De profundis σας εξομολογούμαι ότι είναι αυτό που αγγίζει πιο πολύ την ψυχή μου.
«-Πάψε τα δάρκα σου, πκιον κανέι σε
πάνω στες βούκ`κ`ες σου να κ`υλούν
κ`αι πέ μου, κόρη μου, πόθθεν είσαι
κ`αι τώνομάν σου πώς το λαλούν.
-Από την Χίον την μακ`ελλεμένην
κ`αι τώνομάν μου λαλούν μ’ Ελένη.
-Κ`αι πκοιοί, κορούλλα μου, σ’ ετουρκ`έψαν;
κ`αι πκοιοί σου κάμαν τούν’ το κακόν;
γονιούς δεν είχ`ες, κ`’ εν σε γυρέψαν;
μαγκου δεν είχ`ες μακροδικόν;»

Παράλληλα, λατρεύω και την «Ανεράδα», το πιο ερωτικό ποίημα που έχω ακούσει ποτέ μου: εδώ ο ερωτικός λυρισμός συνδυάζεται με την κυπριακή παράδοση. Είναι μια ρομαντική και κοινωνικά ευαίσθητη φωνή:

Στηχ χώραν π’ αναγιώθηκα
τζιαι κόμα αναγιώννουμουν
τζι άρτζιεψα νάκκον να λαχτώ
τότες εξηφοήθηκα
τα ζώδκια τζι εν εχώννουμουν
τζι εξέβηκα να δκιανεφτώ.

Σε μιαν ποταμοδκιάβασην
μιαλ λυερήν εσσιάστηκα
νείεν καεί η σταλαμή!
ούλλα τ’ αρνίν εις τον τσοκκόν
ο άχαρος επιάστηκα
αντάν πιαστεί μες στην νομήν.

Αντάμ με είδεν έφεξεν
τζι ο νους μου εφεντζιάστηκεν
τζι εφάνην κόσμος φωτερός·
αντάμ μου χαμογέλασεν
παράδεισος επλάστηκεν
ομπρός μου τζι έμεινα ξερός.
………………………………………………………………………..
Έτρεμεν μεν τζιαι χάσει με
τζι έτρεμα μεν τζιαι χάσω την
τζιαι μεν της πω τζιαι μεμ μου πει
εδίψουν την, εκαύκουμουν
τζι έτρεμα μεν τζιαι πιάσω την
τζιαι γίνουμεν τζι οι δκυο στραπή.
Λαλεί μ’ “άν είσαι πέρκαλλος
τώρα πκιον μείνε δίχως μου
αν σου αρέσκ’ έτσι ζωή”,
τζιαι ξαπολά ’ναχ χάχχανον
ίσια ’νωσα το στήθος μου
πως αλλο’ νάκκον να ραεί.

Είπεν τζι εγίνην άφαντη
ευτύς πο’ ομπρός μο’ χάθηκεν
σγιαν άνεμος περαστικός·
εράην η καρτούλλα μου
ευτύς ο νους μο’ στάθηκεν
τζι είμαι που τότες ξηστηκός.

Οι πλήξες που με τρώασιν
ακόμα ’ν’ αφανέρωτες
τζι εις τα πουλιά που τζιηλαδούν·
έσιει που τότες όπου δω
τες ανεράδες τρέμω τες
τζιαι πογυρίζω μεμ με δουν.
Ποιήματα (1911)
Advertisements

Δεν θα μπορούσα, όμως, να μη σας αναφέρω και το ποίημά του που δείχνει την ελληνολατρία του:

Η Κύπρος
προς τους λέγοντας ότι δεν είναι ελληνική

Άνου, καρκιά μου, τζ ‘ άννοιξε τζ ‘ αρκίνα νεκαλιώντα,
παραπονήθου σιανά τζ ‘ αλαφροτραουδώντα. […]

Μες τούτον το κυνόστομον της γης αγκαλιασμένη,
από κρατεί την θάλασσαν ‘πό δώθθε σταλωμένη,
είμαι μες τούτην την γωνιάν που μ’ έβαλεν η φύσις,
η πρώτη της Ανατολής τζ ‘ η ύστερη της Δύσης. […]

Να ‘τουν που να ‘μουν δράτζαινα, δράτζαιν’ αντρειωμένη,
είθεν να ρίψω μιαν φωνήν, φωνήν δρακοντεμένην,
να πουμπουρίσουν τα βουνά, να συγκλυστούν οι τόποι,
ν’ ακούσει τζ ‘ η Ανατολή, ν’ ακούσει τζ ‘ η Ευρώπη. […]

Τζ ‘ όσοι τζˇ ‘ αν ήρταν πάνω μου ανέμοι τζ ‘ αν εδώσαν,
ήτουν οι ρίζες μου βαθκιά τζαι δεν μ’ εξερριζώσαν.
Ερίψασιν τα φύλλα μου, ερίψαν τους αθθούς μου,
εκαταφατσελλώσαν με τζ ‘ εκάψαν τους πολούς μου·
εσείσαν με τζ ‘ εκλίναν με τζ ‘ εκόψαν τα κλωνιά μου,
μ’ αππέσσω στέκεται γερή η ρίζα τζ ‘ η καρκιά μου. […]

Είμαι μια σκλάβ’ ασκλάβωτη, μια σκλάβα σκλαβωμένη,
είμαι μια σκλάβ’ απόσπαστη, μια σκλάβα ‘ποσπασμένη,
που δκιάβηκα μαύρην σκλαβκιάν σε τόσα ξένα σˇ έρκα,
που ‘λάμναν την καρτούλλαν μου με δίστομα μασαίρκα.

Τζ ‘ αν πκιω νερόν ‘πού το νερόν απού ‘μουν ποτισμένη,
τζ ‘ αν με συβράσ’ ο ήλιος μου που μ’ έσˇ εν μαθημένην,
έν’ να πετάξω πλόκαμον, να ξαναπρασινίσω,
να βκάλω φύλλα τζαι κλωνιά τζ ‘ άθθούς να ξαναθθίσω,
να βκάλω μάλες στιβαρές, να ‘ποταυρίσω κλώνους,
ν’ αθθκιώ σαν άθθκιουν τζ ‘ έλαμπα στους πρωτινούς μου χρόνους.

Ασθενής λύρα, 1882· Ποιήματα, 1911

Επιπρόσθετα, θα ήθελα να τονίσω και τη σατιρική φλέβα του, κυρίως, όταν σατιρίζει με τόλμη και παρρησία επίμεμπτες συμπεριφορές.
Ταυτόχρονα, δεν θα ήθελα να παραλείψω να αναφέρω ότι ο Βασίλης Μιχαηλίδης είναι ο πρώτος ποιητής που διαχωρίζει τους Τούρκους εκ Τουρκίας από τους Τουρκοκύπριους, για τους οποίους αναφέρει ότι «είναι από καλόν γάλαν βυζασμένοι».
«Τζι εστέκουνταν περίλυποι οι Τούρτζοι Τζυπριώτες».
Φυσικά, αξίζει να αναφέρω ότι ο ποιητής δεν έζησε και πολύ στο Λευκόνοικο. Όμως, συγκλίνουσες ενδείξεις καταλήγουν στο συμπέρασμα ότι, όσο ζούσε στη Λεμεσό, ερχόταν στο Λευκόνοικο και ενίσχυε οικονομικά τον πατέρα του.
Ένας από τους απογόνους του, ο φίλος Μιχάλης Κτίστης, αναφέρει ότι θυμάται ένα μπαούλο με ποιήματά του στο Λευκόνοικο. Θυμάται, ακόμη, και τον μ. Αντώνη Ιντιάνο, δικηγόρο και εκτιμητή της ποίησής του, που ερχόταν και αγόραζε ποιήματά του. Ένας άλλος καλός μου φίλος, ο Γεώργιος Σοφοκλέους, γείτονας της οικογένειας του ποιητή, θυμάται ότι έστελλαν τον μικρό Μιχάλη να τους φέρνει ποιήματα από το μπαούλο για να τα διαβάζουν και να γελούν. Είναι τα γνωστά «μυλλωμένα ποιήματά» του, δηλαδή τα αθυρόστομα και βωμολοχικά.
Τι θυμάμαι από το Λευκόνοικο για τον Βασίλη Μιχαηλίδη; Την περηφάνια μας για τον μεγάλο ποιητή μας. Πάντοτε στις γιορτές μας απαγγέλλαμε Βασίλη Μιχαηλίδη. Ταυτόχρονα, θυμάμαι και την προτομή του έξω από την εκκλησία του Αρχαγγέλου Μιχαήλ μας, την εκκλησία που πριν από μια βδομάδα παραλάβαμε αναστηλωμένη και πανέμορφη, της οποίας προτομής δεν προλάβαμε να κάνουμε τα εγκαίνια, και σήμερα είναι άθυρμα στα χέρια αρχαιοκάπηλων.
Αγαπητοί μου φίλοι, λατρεύω τον Βασίλη Μιχαηλίδη εξ απαλών ονύχων. Είναι πολύ μεγάλος ποιητής πανελλήνιας εμβέλειας, και πρέπει με την ευκαιρία των 100 χρόνων από τον θάνατό του να τον μάθουν και να τον αγαπήσουν και οι νεότεροι, και να αρχίσουν να αναθερμαίνονται οι μελέτες για το έργο του ποιητή.
Σας ευχαριστώ για άλλη μια φορά για την τιμητική πρόσκλησή σας να μιλήσω για τον ημιλόγιο ποιητή μας, ο οποίος συμπλήρωσε τις γνώσεις του με τη διά βίου παιδεία, και ο οποίος δεν παντρεύτηκε ποτέ, γιατί, όπως πιστεύω ακράδαντα, ερωτεύτηκε πολύ όμορφες κοπέλες της άρχουσας τάξης που τον τιμούσαν μεν ως ποιητή και τον έβαζαν στα σαλόνια τους, αλλά δεν ήταν ποτέ δυνατόν να τον μπάσουν στα σπίτια τους ως γαμπρό.
1917 (68 ετών): Πάσχα: Τελευταία συνάντηση στο πτωχοκομείο με τη γυναίκα που αγάπησε πριν από 37 χρόνια και τον ενέπνευσε να γράψει την «Ανεράδα». Η Ευτέρπη Μιχαηλίδη-Αραούζου (τώρα κυρία δημάρχου), επισκέπτεται το πτωχοκομείο για να μοιράσει πασχαλινά δώρα στους τροφίμους. Ο ποιητής την αποφεύγει. Σύμφωνα με μαρτυρία της διευθύντριας του φτωχοκομείου, «όταν έρχονταν ξένοι, έτρεχε να κρυφτεί, μη δουν το κατάντημά του ούτε καταδεχότανε να πάρει χρηματικά βοηθήματα από τις πλούσιες κυρίες που έρχονταν στις μεγάλες γιορτές».


  • Κοινοποιήστε: