Ο Ξεριζωμός του κόσμου μας

14 Αυγούστου 1974, Τετάρτη, παραμονή της μεγάλης γιορτής της Παναγίας. Η επόμενη μέρα εορτάσιμη. Ο καιρός ζεστός, καλοκαιριάτικος. Η φύση άψυχη δεν νιώθει τα συναισθήματα του ανθρώπου. Ο κόσμος του χωριού «μακωμένος», άκεφος και λυπημένος για το αναπάντεχο κακό που βρήκε τον τόπο μας. Ο τούρκος πάτησε για καλά, τ’ άγια χώματα του νησιού μας. Είχε φτάσει έξω από τη Λευκωσία. Σταμάτησε ν’ ανασάνει για λίγο και να συνεχίσει το ανόσιο έργο του. Έκαψε, ρήμαξε, σκότωσε.

Από πολύ πρωί έφταναν στ’ αφτιά του κόσμου μας βουητά αεροπλάνων και παράξενοι θόρυβοι από τους βομβαρδισμούς. Ο τρόμος άρχισε να σκεπάζει με τα φτερά του, όλο το χωριό μας, να κουρνιάζει μέσα στις ψυχές των ανθρώπων. Η αγωνία της ζωής μεταδόθηκε σαν πυρκαγιά, από σπίτι σε σπίτι. Αμέσως μεταδόθηκε το σύνθημα να φύγει όλο το χωρίο, προσωρινά, για ν’ αποφύγει τους βομβαρδισμούς.

Έτσι φύγανε, εκείνο το πρωινό, οι χωριανοί έντρομοι με τα πρόχειρα ρούχα της δουλείας, προσωρινά ξεσπιτωμένοι, όπως πίστευαν, με την ελπίδα πως θα επέστρεφαν, το βράδυ, στα σπίτια τους, όπως συνέβηκε και στο παρελθόν, για να τα βρουν σωστά κι απείραχτα, όπως τα είχαν αφήσει.

Τρέχανε κοπαδιαστά ο κόσμος, βουβός και άφωνος, με την ψυχή δεμένη κόμπο, σαν τα φοβισμένα πουλιά, που νιώθουν να φτερουγίζει από πάνω τους το γεράκι. Φεύγανε με κάθε μέσο, που διέθεταν, αυτοκίνητα, καρότσες, τράχτορ και ζώα για να γλιτώσουν από τον τούρκο.

Παράτησαν πίσω τους σπίτια, περιουσίες, καρπό στα δέντρα και πήραν μόνο, βιαστικά, το κλειδί της μπαρωμένης ξώπορτας τους σπιτιού τους. Μάτωσε σπαραχτικά η καρδιά τους καθώς κοιτούσαν από μακριά τον τόπο τους, σιωπηλό κι ασάλευτο να βυθίζεται στη συμφορά του.

Ο κόσμος των γειτονικών χωριών τους καλοδέχτηκε, με πολλή αγάπη και φροντίδα. Τακτοποιήθηκαν προσωρινά σε μερικά σπίτια και περίμεναν με αγωνία, το βράδυ, τα ευχάριστα νέα της επιστροφής. Σε τέτοιες ώρες πόσο αργά κυλάει ο χρόνος, γεμάτος φόβο και ανησυχία.

Κατά το απόγευμα άσχημα νέα κυκλοφόρησαν μεταξύ του κόσμου. Οι τούρκοι μπήκαν στο χωριό και άρχισαν να λεηλατούν και να σκοτώνουν. Η καρδιά τους δεν ήθελε να το πιστέψει. Η αγωνία τους όμως κορυφώθηκε, σα μάθανε τα τελευταία νέα. Δυο χωριανοί, που τόλμησαν να γυρίσουν πίσω στο χωριό, δεν επέστρεψαν. Τους βρήκαν στο δρόμο σκοτωμένους. Ο νους τους αρνιόταν να πιστέψει εκείνο που άκουγαν. Κι όμως όλοι το επιβεβαίωναν.

Η νύχτα βρήκε όλο εκείνο το ξεριζωμένο πλήθος ν’ αργοσέρνει τα βήματα του, σα βουβός χορός αρχαίας τραγωδίας, κάπου στην περιοχή των κοκκινοχωριών. Τα νέα συνέχιζαν να φτάνουν πολύ δυσάρεστα και τραγικά.

Όταν βεβαιώθηκαν πως δεν υπήρχε καμιά ελπίδα σύντομης επιστροφής, φλογίστηκαν τα μάτια τους από μίσος και οργή, τίναξαν τα κεφάλια τους με περηφάνια, φούσκωσαν τα στήθια τους και ρίχτηκαν στη δουλειά. Σκόρπισαν οι ξεριζωμένοι λευκονοικιάτες σ’ όλα τα μέρης της ελεύθερης πατρίδας, «σαν τα παιδκιά του λαού» και ο καθένας προσπαθούσε να βρεί κάποιο αποκούμπι, για να στηριχτεί και να ρίξει καινούργιες ρίζες.

Ο ξεριζωμός κι η προσφυγιά ξέσχιζαν τα σπλάχνα των ξεριζωμένων και τους έκαναν να πονάνε με το παραμικρό και να ματώνει εύκολα η καρδιά τους. Είχε γεμίσει ο τόπος με πονεμένες μορφές και πρόσωπα συννεφιασμένα.

Σαν πέρασε ο καιρός και καταλάγιασε ο πόνος του ξεριζωμού και να ξαναμπήκε ο κόσμος στη ρουτίνα της δουλείας, ξανακούρδισαν, δειλά- δειλά, το ξεχασμένο βιολί τους και άρχισαν να τραγουδούν κάθε τι, που μίλαγε βαθιά μέσα στην ψυχή τους, κάθε χαρά και καημό της περασμένης τους ζωής. Άρχισαν να ξεχνούν τα άγρια χρόνια και η ζωή τους, που ήταν τόσο φτηνή, άρχισε πάλιν να παίρνει την αξία της και να ξαναβρίσκει τις χαμένες χαρές της. Γιατί η ψυχή του ανθρώπου σκληραίνει κι αγριεύει με τον πόλεμο, χάνει το νόημα της, το βάρος της και τις αξίες της.

Οι Λευκονοικιάτες όμως, δεν μπορούν να ξεχάσουν εκείνον τον ευγενικό, καλοσυνάτο κόσμο των γύρω τους χωριών και των κοκκινοχωριών, που με τόση προθυμία άνοιξαν τα σπίτια και την καρδιά τους, τους καλοδέχτηκαν και τους φιλοξένησαν, όσο μπορούσαν, σ’ εκείνες τις πρώτες τραγικές μέρες της προσφυγιάς. Θα τους θυμούνται για πάντα, με απεριόριστη ευγνωμοσύνη. Πάντα οι ψυχές, που σμίχτηκαν σ’ ένα ανεμοστρόβιλο της ζωής, νιώθουν κάτι, σαν συγγένεια, να τους ενώνει στενά μεταξύ τους….

Τριανταεπτά χρόνια πέρασαν από τότε. Η λαχτάρα της επιστροφής πάντα τους συντροφεύει. Τακτικά ξυπνά η καρδιά τους, ξυπνά ο νούς τους, όλα τους ξυπνούν, μέσα τους κι αναζητούν τον αγαπημένο τους τόπο, που γεννήθηκαν, το δικό τους τόπο. Αναζητούν τον τόπο τους, εκεί όπου η ζωή κυλούσε τόσο ήσυχη, ωραία και δημιουργική μέχρι το 1974, εκεί όπου βρίσκονται τα σπίτια και οι περιουσίες τους, εκεί όπου είναι θαμμένοι οι γονιοί και οι πρόγονοι τους, εκεί όπου η κάθε σπιθαμή γης είναι ζυμωμένη με τον τίμιο ιδρώτα και το αίμα των προγόνων τους.

Τακτικά ποτίζουν τη ψυχή τους με γλυκιές θύμισες της πατρικής τους γης, για να μην μαραθεί, μέχρι την άγια μέρα της επιστροφής, που θα έρθει όσο και αν αργεί.