Ομιλίες

Κύπρος-Αρκάδι

Δράμα, 11 Νοεμβρίου 2017

Ώρα:7μ.μ.

Της Ζήνας Λυσάνδρου Παναγίδη

Δημάρχου Λευκονοίκου

 

Εξοχότατε Πρέσβη της Κύπρου στην Αθήνα, κ. Κυριάκο Κενεβέζο,

Πανοσιολογιότατε,

Εκλεκτοί προσκεκλημένοι,

Έλληνες και Ελληνίδες,

«Νήσος τις έστιν

Κύριος επί υδάτων πολλών»

Σας φέρνω τα χαιρετίσματα από το πανέμορφο νησί της Αφροδίτης, το νησί του Ονήσιλου και του Ευαγόρα, του Ρε Αλέξη και της Μαρίας της Συγκλητικής, του Ποιητή Βασίλη Μιχαηλίδη και του  Ανδρέα Παναγίδη που το σχοινί της αγχόνης του έκοψε μαζί με το νήμα της ζωής το χαμόγελο μα και εκείνη τη φωνή που τραγουδούσε για λευτεριά και ένωση της Κύπρου μας με τη μάνα Ελλάδα. Ο ήρωας Ανδρέας Παναγίδης είναι ο πεθερός μου, και σεμνύνομαι ότι είμαι η μόνη Ελληνίδα που έχω τον πατέρα του συζύγου μου στα Φυλακισμένα Μνήματα, τον Ιερό Περίβολο της Κύπρου, εκεί όπου είναι θαμμένοι οι «ωραίοι, οι μεγάλοι και οι δυνατοί».

Κι ήρθε η λευτεριά με τη θυσία όλων αυτών των παλληκαριών. Λευτεριά, όμως; Όχι, είπαμε! Είδωλο της λευτεριάς. Κι απαρχής άλλοι αγώνες, κι άλλες θυσίες. Αγία Τυλληρία! Αύγουστος 1964.

«Δέκα χρόνια έστελλε τις μέλισσές του ο Ονήσιλος

να μας κεντρίσουν

να μας ξυπνήσουν

να μας φέρουν ένα μήνυμα.

Δέκα χιλιάδες μέλισσες έστειλε ο Ονήσιλος

κι όλες ψοφήσανε απάνω στο παχύ μας δέρμα».

Κι ήρθε το μαύρο καλοκαίρι του 1974.

Ένα καλοκαίρι μαχαιρωμένο.

 

Δυο μαχαιριές δέχτηκε το νησί μας. Πισώπλατα.

Απ’ τη μια στιγμή στην άλλη

γίναμε πρόσφυγες στην ίδιά μας την πατρίδα.

«Λες και δεν είχαμε ποτέ μας σπιτικό.

Είχαμε κάποτε κι εμείς, ένα σπίτι, μια αυλή, έναν κήπο».

Κι ο ποιητής Κώστας Μόντης, ένας ποιητής με βαθιά συναίσθηση της ελληνικότητάς του, περήφανος γιατί είναι Έλληνας, που μέσα στην ποίησή του αφθονούν οι στίχοι με τους οποίους τονίζεται η ελληνικότητα της Κύπρου, οι ακατάλυτοι δεσμοί που τη συνδέουν με τον ευρύτερο ελληνισμό από την αρχαιότητα ως σήμερα, που ύμνησε όσο λίγοι τον αγώνα της Κύπρου για ένωση με τη  Μάνα Ελλάδα, δίνει κεντρική θέση στην ποίησή του στη βόρεια οροσειρά του νησιού μας, τον τουρκοπατημένο Πενταδάκτυλο, που γίνεται σύμβολο όλης της κατεχόμενης Κύπρου, και κάποτε και όλου του Ελληνισμού.

«Ελάτε τώρα! Έχω δει σαν εσάς,

Έχουν δει τα μάτια μου σαν εσάς!»

Ο Πενταδάκτυλος απευθύνεται στους Τούρκους εισβολείς και υπαινίσσεται τις ιστορικές περιπέτειες, την ατέλειωτη διέλευση κατακτητών από το νησί και την αδάμαστη ψυχή της ρωμιοσύνης. Σαν να τους λέει ότι όλοι ήρθαν κι έφυγαν, κι εσείς θα φύγετε μια μέρα, θυμίζοντάς μας τον Ποιητή μας Βασίλη Μιχαηλίδη από την κωμόπολή μου, που φέτος γιορτάζουμε τα 100 χρόνια από τον  θάνατό του, ο οποίος στο ποίημά του «Η 9η Ιουλίου 1821 εν Λευκωσία Κύπρου» πλέκει το εγκώμιο της ρωμιοσύνης:

«Η Ρωμιοσύνη εν φυλή συνότζιαιρη του κόσμου

Κανένας δεν ευρέθηκεν για να την ιξειλείψει

Κανένας, γιατί σσιέπει την που τα’ψη ο Θεός μου.

Η Ρωμιοσύνη εν να χαθεί, όντας ο κόσμος λείψει

 

Κι αλλού πάλι, ο Κώστας Μόντης, θέλοντας να δείξει ότι οι Τούρκοι είναι ξένο, ανοίκειο στοιχείο, διερωτάται:

«Απορώ πώς συνεννούνται μαζί του!

Απορώ τι γλώσσα τού μιλούν!»

 

«Δεν του πάει Τούρκος αυτού του βουνού, βρε παιδιά,

Δεν του πάει, προς Θεού, Τούρκος!

Πώς να το κάνουμε;

 

Κι ύστερα, εκφράζει την ακράδαντη πεποίθησή του ότι έχουμε κι εμείς το μερίδιο της ευθύνης μας γιατί οι Τούρκοι βρίσκονται στον Πενταδάκτυλο:

«Μούντζωσέ μας, Πενταδάκτυλε ακριβέ,

Έτσι π’ αφήσαμε τόσο άφρονα

να τουρκοπατηθείς!».

Μα ο ποιητής μας συνεχίζει απτόητος να παρακινεί τον Πενταδάκτυλο να διώξει τους κατακτητές, τους επήλυδες, αυτούς που διαγούμισαν το βιος μας και διέλυσαν τις ζωές μας.

«Ανασήκωσε την πλάτη

κι απόσεισέ τους, Πενταδάκτυλέ μου,

ανασήκωσε την πλάτη

κι απόσεισέ τους!»

Από εκείνο το μαύρο καλοκαίρι εμπλουτίστηκε το λεξιλόγιό μας: εισβολή, προσφυγιά, εγκλωβισμένοι, νεκροί, αγνοούμενοι. Το μεγαλύτερο δράμα της εισβολής. Είναι ένας μετεωρισμός μεταξύ ζωής και θανάτου, ανάμεσα στο εκεί και το εδώ, ανάμεσα στον φόβο ότι έχουν σκοτωθεί και στην ελπίδα ότι κάπου βρίσκονται ακόμα εν ζωή. Μέχρι που τους φέρανε σε ένα κασελάκι για να τους θάψουν με τιμές ήρωα.

«Παιδί με μια φωτογραφία στο χέρι

με μια φωτογραφία στα μάτια του βαθιά

και κρατημένη ανάποδα με κοίταζε.

……………………………………….

Έμοιαζε του πατέρα του η φωτογραφία.

Του τήνε γύρισα ίσια κι είδα πάλι

τον αγνοούμενο με το κεφάλι κάτω».

«Παιδί με μια φωτογραφία» Κυριάκου Χαραλαμπίδη «Θόλος».

Πέρασαν κιόλας 43 ολάκερα χρόνια! 43 χρόνια πρόσφυγες. Μακριά από τον τόπο μας. Λένε ότι πουθενά  ο ήλιος δεν είναι τόσο λαμπρός όσο εκεί που τον πρωταντίκρισες.

Κι όσο εμείς προσπαθούσαμε να ξαναφτιάξουμε τη ζωή μας, οι Τούρκοι ανακήρυξαν το ψευδοκράτος τους στις 15 Νοεμβρίου του 1983, καταπατώντας κάθε έννοια δικαίου.

Κι εμείς πάντα νιώθουμε ξένοι στην ίδιά μας την πατρίδα. Είμαστε φιλοξενούμενοι στην ελεύθερη Κύπρο. Η ψυχή μας έμεινε εκεί, στη σιταρομάνα γη της Μεσαορίας μας, στο Λευκόνοικό μας, εκεί που λαχταρά η ψυχή μας να επιστρέψει.

Σε αυτό το σημείο, να μου επιτρέψετε να ευχαριστήσω από καρδιάς τον Δήμαρχο Δράμας κ. Χριστόδουλο Μαμσάκο, το Δημοτικό Συμβούλιο και τον αγαπητό φίλο κ. Ζαχαρία Κύζα και τον Σύλλογο Κυπρίων Δράμας, όπως και τους Κρητικούς της Δράμας, για την ευγενική τους πρόσκληση να είμαι η κύρια ομιλήτρια της αποψινής εκδήλωσης, γεγονός πολύ τιμητικό για μένα αλλά και για τον Δήμο μου, τον Δήμο Λευκονοίκου, μια κωμόπολη με πλούσια ιστορία, παράδοση, πολιτισμό, που μεσουρανούσε από τις αρχές του προηγούμενου αιώνα στο στερέωμα της κυπριακής υπαίθρου. Ήρθαμε μαζί με τη Δημοτική Σύμβουλο κ. Βίκη Κτίστη και σας μεταφέρουμε τους αδελφικούς χαιρετισμούς όλων των Λευκονοικιατών και των Λευκονοικιατισσών που ζουν μακριά από τα σπίτια και τις περιουσίες τους, μακριά από τους τάφους των προγόνων τους και τις εκκλησιές τους, μακριά από τη γη των προγόνων τους.

 

Γι’ αυτό θα σας παρουσιάσω εν συντομία την κωμόπολη της οποίας η αγάπη των συνδημοτών μου με αξίωσε να είμαι Δήμαρχος από τον Ιανουάριο του 2017.

Απόψε, όμως, θα θυμηθούμε και μια άλλη πολύπαθη πατρίδα. Ένα νησί πικρό και τυραννισμένο. Τη λεβεντομάνα Κρήτη και το Αρκάδι της. Γιατί είναι επίκαιρο. Ήταν 8 Νοεμβρίου του 1866. Λένε πως έβρεχε πολύ εκείνο το βράδυ, άλλοι λένε πως προσπάθησε να’ ρθει βοήθεια από τα γύρω χωριά, αλλά η δύναμη των Τούρκων ήταν τόσο μεγάλη που δεν μπόρεσαν καν να πλησιάσουν.

Λένε, ακόμη ότι την επομένη το βράδυ δεν ακούστηκε μόνο η φωνή του Κωνσταντίνου Γιαμπουδάκη για την ανατίναξη της Μονής, αλλά και του Ανωγειανού δασκάλου Μανώλη Σκουλά, και πως η ανατίναξη ήταν ομόφωνη απόφαση, κι όλοι μαζί ενωμένοι πήραν την απόφαση να πεθάνουν.

Η αυτοθυσία, η παλληκαριά και η μεγαλοσύνη αυτών των ανθρώπων της Κρήτης έμεινε γνωστή σε όλο τον κόσμο σαν το «Ολοκαύτωμα της Μονής Αρκαδίου», στη διάρκεια της επανάστασης των Κρητικών το 1866-1869, που συγκλόνισε Ευρώπη και Αμερική.

Η Μονή Αρκαδίου απέχει γύρω στα 20 χιλιόμετρα από το Ρέθυμνο, και κτίστηκε γύρω στον 12ο αιώνα. Εδώ πάνω γράφτηκε μια από τις πιο ηρωικές σελίδες της ιστορίας του λεβέντικου νησιού. Τον Σεπτέμβριο του 1866 ήρθε στο νησί ένας συνταγματάρχης του ελληνικού στρατού με μικρό σώμα εθελοντών από την ελεύθερη Ελλάδα. Το όνομά του ήταν Πάνος Κορωναίος. Ανακηρύσσεται Γενικός Αρχηγός Ρεθύμνου, αλλά, έμπειρος ων, κατάλαβε αμέσως ότι το Αρκάδι δεν προσφερόταν για Άμυνα.

Γι΄ αυτό και συνέστησε κάποιες ενέργειες, μεταξύ αυτών και να ανοίξουν λαγούμια μπροστά στις τρεις πόρτες του μοναστηριού, να τα παγιδέψουν με πυρομαχικά και να είναι έτοιμοι να τα ανατινάξουν την κατάλληλη στιγμή.

Επιπλέον, ζήτησε να συγκεντρώσουν μελίσσια και να τα εξαπολύσουν κατά των πολιορκητών, να ζητήσουν βοήθεια από τους οπλαρχηγούς των διαφόρων επαρχιών, και να διώξουν τα γυναικόπαιδα που είχαν καταφύγει στη Μονή από τις γύρω περιοχές, για να μη δυσκολεύουν την άμυνα.

Όμως, ο ηγούμενος, οι μοναχοί και ο οπλαρχηγός Δασκαλάκης είχαν άλλη άποψη, κι έτσι έφυγε για να συγκεντρώσει κι άλλους επαναστάτες και να χτυπήσουν όλοι μαζί τον Μουσταφά. Αυτό ήταν το λάθος του.

Στις 7 Νοεμβρίου μέσα στη Μονή υπήρχαν 964 ψυχές, 325 άνδρες, 259 με όπλα και 40 μοναχοί, και οι υπόλοιποι ήταν γυναικόπαιδα. Ο Μουσταφά Πασάς είχε στρατό από 15,000 άνδρες, οι οποίοι ήταν άτακτοι και τακτικοί Τούρκοι και Αιγύπτιοι, με 30 ελαφριά κανόνια, ενώ άλλοι ανεβάζουν τον αριθμό σε 22, 000 άνδρες. Μάλιστα, διόρισε αρχηγό τον γαμπρό του Σουλεϊμάν Βέη.

Σαν ξημέρωσε η 8η Νοεμβρίου οι υπερασπιστές της Μονής ήταν στην εκκλησία μαζί με τα γυναικόπαιδα για τη γιορτή των Αρχαγγέλων Μιχαήλ και Γαβριήλ, όταν ο Ηγούμενος, ξέροντας τι τους περίμενε, τους προέτρεψε να είναι ενωμένοι μέχρι τον θάνατο.

Όλη μέρα συνεχίστηκε η μάχη, και όλος ο τόπος γύρω από τη Μονή γέμισε νεκρούς. Σε περιοχές γύρω από το μοναστήρι ο Κορωναίος και άλλοι επαναστάτες, χτυπούσαν τα μετόπισθεν των Τούρκων, αλλά η ραγδαία βροχή αχρήστεψε τα όπλα τους.

Στις 9 Νοεμβρίου 1866, άρχισε η τελική μάχη. Οι Τούρκοι έφεραν μπροστά από τη Δυτική Πύλη και δυο μεγάλα κανόνια από το κάστρο του Ρεθύμνου. Το πιο μεγάλο έπαιρνε μπάλα που ζύγιζε 45 οκάδες. Όταν οι πολιορκημένοι σκότωσαν τους χειριστές του, οι Τούρκοι το μετέφεραν μέσα στους στάβλους. Από εκείνη τη στιγμή, μπορούσαν να κτυπούν με ασφάλεια τη σιδερόφρακτη πόρτα του μοναστηριού.

«Τραντάζεται συθέμελα το μοναστήρι από τις κανονιές. Οι κραυγές των γυναικόπαιδων, ο μεγάλος κρότος των κανονιών, και οι άγριοι αλαλαγμοί των Τούρκων συγκλονίζουν την περιοχή. Λένε πως ο κρότος ήταν τόσο δυνατός που ακούστηκε από το Ηράκλειο».

Η τελευταία πράξη του δράματος γράφτηκε στην μπαρουταποθήκη της Μονής. Την ανατίναξε ο Κωστής Γιαμπουδάκης, ή κατ’ άλλους ο Εμμανουήλ Σκουλάς ή ο Δράκος Ντελής, σκορπίζοντας τον θάνατο, όχι μόνο στους χριστιανούς  αλλά και στους εισβολείς.

Εξαγριωμένοι οι Τούρκοι έσφαζαν όποιον έβρισκαν μπροστά τους. Το μοναστήρι γέμισε από σκοτωμένους Έλληνες και Τούρκους. Από τους Έλληνες που βρίσκονταν στη Μονή, μόνο 3ή 4 κατάφεραν να διαφύγουν, ενώ γύρω στους 100 αιχμαλωτίστηκαν. Ο ηγούμενος της Μονής Γαβριήλ είχε σκοτωθεί πιο πριν, ενώ οι νεκροί ή οι τραυματίες του Μουσταφά έφτασαν του; 1500 ή και τους 3000, σύμφωνα με κάποιους υπολογισμούς.

Μετά την καταστροφή του 1866, το μοναστήρι ανοικοδομήθηκε πλήρως και αναστηλώθηκε στην πρότερή του μορφή. Εκείνο που μαρτυρά εκείνη την επανάσταση είναι ένα μισοκαμένο τέμπλο στα αριστερά της Αγίας Τράπεζας και μια μπάλα κανονιού σφηνωμένη στο αιωνόβιο κυπαρίσσι στα δεξιά της εκκλησίας.

Στην μπαρουταποθήκη υπάρχει ακόμη και σήμερα η πιο κάτω επιγραφή:

«Αυτή η φλόγα π’ άναψε μέσα εδώ στην κρύπτη

κι απάκρου σ’ άκρο φώτισε τη δοξασμένη Κρήτη,

ήτανε φλόγα του Θεού μέσα εις την οποία

Κρήτες ολοκαυτώθηκαν για την Ελευθερία».

(veteranos.gr)

Αγαπητοί συνέλληνες,

Μιλήσαμε απόψε για αγαπημένες πατρίδες, ηρωοτόκες και πολύπαθες. Να μου επιτρέψετε να τελειώσω με ένα επίγραμμα του αγαπημένου μου Κώστα Μόντη για την Ελλάδα, τη γαλάζια πατρίδα όλων μας:

«Κι η Ελλάδα τελευταίος θάμνος στον γκρεμμό

να τον αρπάζει η λευτεριά και να κρετιέται»(ΕΠΙΓΡΑΜΜΑ)

Και πάλι ο Μόντης βροντοφωνάζει:

«Γρόνια, σκλαφκιές ατέλειωτες, τον πάτσον τζιαι τον κλώτσον τους.

Μα εμείς τζιαμαί, ελιές τζιαι τερατσιές πάνω στον ρότσον τους» (Κυπριακή Ιστορία)


  • Κοινοποιήστε: