Επικήδειοι, Νέα

Επικήδειος στον Πάμπο Κόκκινο από το Λευκόνοικο
Τετάρτη, 2 Οκτωβρίου 2019
Ώρα: 3 μ.μ.
Ιερός Ναός Τιμίου Σταυρού Πάνω Πολεμίδια

Ένας καλός μας φίλος, ένας γνήσιος Μεσαρίτης, ένας υπέροχος άνθρωπος, ο Χαράλαμπος Κόκκινος, αναχώρησε για τον άλλο κόσμο. Τον κόσμο τον αληθινό. Πάει να συναντήσει τους άλλους συνδημότες μας, τους τιμαριώτες του ουρανού.
Ταλαιπωρήθηκε στην επίγεια ζωή του ο Πάμπος μας. Μέσα στην κόλαση του πολέμου του 1974, όταν φλεγόταν ο Πενταδάκτυλος, ένιωσε πάνω του «μαβιά, μεγάλα, τα μάτια της ολόκληρης καταστροφής». Είδε μπροστά στα μάτια του, τον Πετράκη του, τον ανιψιό του, να πέφτει…
Κι ύστερα κατάντησε κι αυτός πραμάτεια… Αιχμάλωτος στην Τουρκία. Άδανα, Αμάσεια.

«Εύκολα τρίβεται ο άνθρωπος μες στους πολέμους∙
ο άνθρωπος είναι μαλακός, ένα δεμάτι χόρτο

Αλλά τα ξόρκια τ’ αγαθά τις ρητορείες,
σαν είναι οι ζωντανοί μακριά, τι θα τα κάνεις;
Μήπως ο άνθρωπος είναι άλλο πράγμα;
Μην είναι αυτό που μεταδίνει τη ζωή;
Καιρός του σπείρειν, καιρός του θερίζειν.

Όμως τη σκέψη του πρόσφυγα τη σκέψη του αιχμάλωτου
τη σκέψη
του ανθρώπου σαν κατάντησε κι αυτός πραμάτεια
δοκίμασε να την αλλάξεις, δεν μπορείς».
Αυτή τη φρίκη που βίωσε το 1974, που «δεν κουβεντιάζεται, γιατί είναι ζωντανή
γιατί είναι αμίλητη και προχωράει»,
κουβαλούσε μια ολάκερη ζωή ο Πάμπος μας.
Πόνεσε πολύ. Όπως όλοι οι αιχμάλωτοι του πολέμου.

«Στάζει τη μέρα στάζει στον ύπνο
μνησιπήμων πόνος.

Στα σκοτεινά
πηγαίνουμε στα σκοτεινά προχωρούμε…»
Οι ήρωες προχωρούν στα σκοτεινά». Γ. Σεφέρης

Ο Πάμπος γεννήθηκε στις 24 Μαΐου 1943 στο Λευκόνοικο σε μια πολύτεκνη οικογένεια. Από μικρός βοηθούσε τους γονείς του, τον Πέτρο και την Παναγιώτα, στα χωράφια και κυρίως στα μποστάνια τους. Ευτυχισμένη οικογένεια που και στα χρόνια της προσφυγιάς διατηρήθηκε δεμένη και αγαπημένη, η Ελένη, ο Κυριάκος, άλλως Όφφισερ, η Νίνα(Κατερίνα), ο Παναγιώτης(Παούσιης), ο Μιχάλης (Σιάλος) και ο Πάμπος.
Ο Πάμπος φοίτησε στο Γυμνάσιο Λευκονοίκου και στην Τεχνική Σχολή και στη συνέχεια εργάστηκε ως ηλεκτρολόγος με τον αδελφό του, τον μακαριστό Παούσιη. Στη συνέχεια, βρήκε δουλειά στο εργοστάσιο Εύρηκα στο Βαρώσι. Το 1971 αρραβωνιάστηκε με τη Δήμητρα Χριστοδούλου από τον Άγιο Ηλία Αμμοχώστου, έκτισαν το σπίτι τους στο Λευκόνοικο κοντά στο εξοχικό κέντρο μας, το Πανόραμα, όπου και έκαναν τη δεξίωση του γάμου τους το 1973.
Μετά την προσφυγιά και την απελευθέρωση του Πάμπου από τις φυλακές των Αδάνων και της Αμάσειας, στις 23 Οκτωβρίου 1974, ζούσαν μαζί με τις οικογένειές τους όλοι μαζί στη Λεμεσό, όπου δούλευε μόνο ο Πάμπος. Μόλις ξανακτίστηκε το εργοστάσιο Εύρηκα στη Λεμεσό, ξαναπήγε σε αυτό και δούλευε ως ηλεκτρολόγος.
Στην προσφυγιά απέκτησαν με τη Δήμητρά του τα δυο παιδιά τους: την Παναγιώτα και τον Χριστόδουλο, τα οποία με τη σειρά τους τους χάρισαν και τέσσερα εγγονάκια, τέσσερα αγοράκια, για τα οποία ο Πάμπος, ως καλός οικογενειάρχης που ήταν, ένιωθε μεγάλη περηφάνεια.
Ό,τι και να πούμε για τον Πάμπο μας, τον καλό μας φίλο που έφυγε νωρίς, ταλαιπωρημένος από ανίατη ασθένεια, θα είναι πολύ λίγο σε σχέση με την καλοσύνη, την ευγένεια, την τιμιότητα, την εργατικότητα, την εξυπνάδα και τις ικανότητές του. Πάντα με το χαμόγελο, ανοιχτόκαρδος, κεφάτος, διασκεδαστικός. Πάντα ήταν η ψυχή της παρέας, τραγουδούσε, χόρευε, έλεγε τα αστεία του. Αξιαγάπητος ο Πάμπος μας, πάντα με την άξια σύζυγό του είχαν ανοικτό το σπίτι τους, φιλόξενος και χουβαρντάς.
Αγαπημένη μου Δήμητρα,
Αγαπημένοι μου, Γιούλα και Χριστόδουλε, σε σας, τους συζύγους και τα παιδιά σας, τα ανίψια του, εύχομαι την εξ ύψους παρηγορίαν. Να ζείτε, να τον θυμάστε και να τον μακαρίζετε.
Αγαπημένε μου Πάμπο, καλό ταξίδι στον κόσμο του Φωτός.
Αιωνία η μνήμη σου. Αφήνεις μνήμη αγαθή σε όλους εμάς που σε γνωρίσαμε και σε αγαπήσαμε.
Καλό παράδεισο!
Εκεί που θα πας, πρέσβευε και υπέρ ημών.
Καλή αντάμωση!
Ο Θεός να αναπαύσει την ψυχή σου μετά τη μεγάλη ταλαιπωρία σου. Τώρα πετά λεύτερη στο Λευκόνοικό μας, εκεί που θα σε πάρουμε, μόλις ελευθερωθούμε, γιατί,

«Η γης δεν έχει κρικέλια για να την πάρουν στον ώμο και να φύγουν».
Η γης είναι δική μας!


  • Κοινοποιήστε: