Τεθνεώτες-Επικήδειοι

Επικήδειος στον Βάσο Βασιλείου από το Λευκόνοικο
Παρασκευή, 29 Ιανουαρίου 2021
Ιερός Ναός Τριών Ιεραρχών στα Λειβάδια
Ώρα:2 μ.μ.
Της Ζήνας Λυσάνδρου-Παναγίδη
Δημάρχου Λευκονοίκου
ΕΣΥ ΠΟΥΣΑΙ ΣΤΟ ΔΙΣΤΡΑΤΟ
«Εσύ, που των γονιών σου σήμερα είσαι το καμάρι,
αμούστακο και ανίδεο του κόσμου παλληκάρι,
εσύ που άντρας γίνεσαι, αυτά πρέπει να ξέρεις:
Όταν στον δρόμο της ζωής το δίστρατο απαντήσης,
Να μην τρέμουν τα πόδια σου ποιο δρόμο θα διαλέξης.
Μη προτιμήσεις τον πλατύ πουν’ της Κακίας ο δρόμος
Και πούναι κατηφορικός κι εύκολος για τα πόδια.
Τα λούλουδα και τ’ άνθια μη κοιτάς που τον στολίζουν,
αυτά είναι κρίνα του αγρού και γρήγορα θα σβήσουν
και κάτω από την ομορφιά τους κρύβεται ο πόνος.
Εφήμερ’ είναι όλ’ αυτά σε σένα τον αιώνιο.
Ψάξε να βρης την ατραπό, της Αρετής το δρόμο,
γιατί είν’ αυτός που στην κορφή ψηλά θε να σε βγάλη.
Κει που φωλιάζει η χαρά, που’ ναι το φως το μέγα.
Κι αν εις τον δρόμο τον στενό που θέληση δαμάζει
οι καταιγίδες σε χτυπούν και τ’ άγριο χαλάζι
κι αν, λέω, πέσης, μη σκιαχτής, μη το κεφάλι σκύψης
κι αν είν’ γραφτό κι ο θάνατος ύπουλα σε χτυπήση,
σήκου ορθός και φώναξε, ν’ ακούσουν πέρα ως πέρα
πως «Όρθια πεθαίνουν τα Δέντρα».
Όρθια πεθαίνουν τα δέντρα, πίστευε το 1966 ο Βάσος
Βασιλείου, στην τάξη Ε1 (Κλασικού), ακόμα κι αν ο
θάνατος ύπουλα σε κτυπήσει. Ήταν γραφτό του να τον χτυπήσει ύπουλα ο θάνατος, και σαν να το είχε προαίσθηση, το έκανε και στίχο. Από το 1966 που τα έγραφε αυτά, μεσολάβησαν άσχημα γεγονότα, που σφράγισαν τη ζωή του στην πιο όμορφή της ώρα. Πάνω στην εφηβεία του.
Πραγματικά, ύπουλα τον χτύπησε ο θάνατος τον Βάσο. Στα 71 χρόνια του, τη μέρα των γενεθλίων του, στις 10 Ιανουαρίου. Έφυγε κτυπημένος από τον απεχθή ιό. Ο Βάσος γεννήθηκε το 1950 από τον Μιχάλη Βασιλείου από τις Γούφες και από την Ελένη του Λόκκουμου, τη γνωστή σε όλους μας χρυσοχέρα ράφταινα της κωμόπολής μας, πρόσχαρη και καλομίλητη. Ο πατέρας του ήταν ένας καλότατος άνθρωπος, όπως όλοι στην οικογένειά τους, αφού τους γνωρίσαμε, όταν μετακόμισαν στο Λευκόνοικο για τον φόβο των Τουρκοκυπρίων που απειλούσαν τις ζωές τους.
Πρωτότοκος γιος ο Βάσος, λεβέντης, χαρούμενο και εγκάρδιο παιδί, ονειροπόλος και οραματιστής, με ήθος και ευγένεια, καλοσύνη και αξιοπρέπεια, σεμνός και ευπρεπής, ευφυής και δραστήριος, με στόχους στη ζωή του, αποφασιστικός, καλόκαρδος, κεφάτος, ξεχωριστός, μεγάλωνε μαζί με τα αδέλφια του, τον Σωτήρη, τον Αντρέα, την Ευτυχία και την Κίκα, μέσα σε μια ευτυχισμένη και χαρούμενη οικογένεια. Προσωπικά, ήξερα τα αδέλφια του ότι ξεχώριζαν στην τάξη τους στην επίδοση και το ήθος. Τον Βάσο τον έμαθα τελευταίως, διαβάζοντας τις εργασίες του και τα ποιήματά του στο μαθητικό περιοδικό «Φωτεινή Πορεία» τα οποία με το βλέμμα πια της φιλολόγου τα αξιολόγησα ως εξαιρετικά. Κατάλαβα ότι ήταν και αυτός πολύ καλός μαθητής. Όμως, θυμήθηκα και το τραγικό συμβάν που τον έκανε να εμφανίζεται στο περιοδικό μας δυο φορές ως μαθητής της Ε 1 Κλασικού. Και στον δεύτερο και στον τρίτο τόμο, το 1966-67 και το 1967-68.
Ήταν τα Φώτα του 1967. Βγήκαν από την εκκλησία και ετοίμαζαν το πρόγευμά τους. Η μητέρα τους τους συμβούλεψε να μη φύγουν, αλλά μαζί με τον Σωτήρη βγήκαν έξω στη γειτονιά. Σε ένα παλιό σπίτι στη γειτονιά, από αυτά που εγκατέλειψαν οι τουρκοκύπριοι πριν από λίγα χρόνια, τράβηξαν μαζί με δυο γείτονές τους, τον Νίκο και τον Πέτρο Χοίρα, ένα βολίτζιν και έπεσε το σπίτι πάνω τους. Οι άλλοι κατάφεραν να βγουν, ο Βάσος, όμως, εγκλωβίστηκε κάτω από τα χαλάσματα. Ευτυχώς, στην ατυχία του ένα βολίτζιν έπεσε στραβά και μπορούσε να αναπνεύσει.
Ένα μήνα έκανε στο Βαρώσι στην ορθοπεδική κλινική του μακαρίτη του Χατζηκακού. Έπεσε σε κώμα. Η μάνα του δίπλα του μέρα-νύχτα. Όταν αποθεραπεύτηκε, πήγε στην Αθήνα για εγχείριση καταρράχτη. Έτσι, μετά από αυτές τις ταλαιπωρίες, έχασε τον χρόνο και τον επανέλαβε την επόμενη χρονιά 1967-68.
Κατά τη διάρκεια των μαθητικών του χρόνων, όπως θυμάται η αδελφή του η Κίκα, έπαιζε κιθάρα και έγραφε και κυπριώτικα σκετς τα οποία έστελνε και μεταδίδονταν στο ΡΙΚ. Μάλιστα, σύμφωνα και με μαρτυρία του συμμαθητή του και φίλου του, Χρήστου Χατζησωτηρίου από την Ακανθού, μια φορά βραβεύτηκε. Πήρε πρώτο βραβείο 5 λιρών και τους πήρε σε ένα κέντρο από τη Γύψου προς τη Μηλιά, όπου παρήγγειλαν μεζέδες και ήπιαν και αρκετές μπύρες. Εκεί τους βρήκε ο μ. Λυκούργος Κάππας. Κάποιοι τους κάρφωσαν. Μαθητές και να πίνουν; Εκείνη την εποχή; Πρέπει να ήταν προς το τέλος της σχολικής χρονιάς, το 1968, που ήταν τελειόφοιτοι, γιατί πήγαν με τα ποδήλατά τους.
Τελειώνοντας το Γυμνάσιο Λευκονοίκου, έφυγε για σπουδές στην Αγγλία. Σπούδασε ηλεκτρονικά, δούλεψε πρώτα σε μεγάλα ξενοδοχεία και μετά άνοιξε δυο εστιατόρια. Πέτυχε ως επιχειρηματίας και διακρίθηκε για την εξυπνάδα, την εργατικότητα, την ευγένεια, το πάθος και τον επαγγελματισμό του.
Τα τελευταία χρόνια ετοίμαζε ένα σπίτι στον Άγιο Θεόδωρο στη Λάρνακα με σκοπό να περνά κάποιους μήνες του χρόνου στην Κύπρο, τώρα που αφυπηρέτησε. Ήταν το όνειρό του, αλλά δεν κατάφερε να το πραγματοποιήσει. Αυτός ο εστεμμένος ιός του έστησε καρτέρι και του έκοψε το νήμα της ζωής τόσο νωρίς. Τώρα που θα ξεκουραζόταν και στον τόπο του.
Αγαπημένοι μου Ανδρέα, Ευτυχία και Κίκα, σε σας, στους γαμπρούς και τη νύφη του, τα ανίψια του, τα ξαδέλφια του, εύχομαι την εξ ύψους παρηγορίαν. Να ξεπεράσετε την οδύνη από τον αδόκητο και άδικο θάνατό του, έναν θάνατο πολύ μοναχικό και αποτρόπαιο, έναν θάνατο τραγικότατο.
Καλό σου ταξίδι, Βάσο μας.
Μακαρία η οδός η πορεύει σήμερον.
Καλό παράδεισο!
Αφήνεις μνήμη αγαθή. Ο θάνατός σου μας λύπησε πολύ. Οι φίλοι σου σε κατευοδώνουν με ευχές αναστάσιμες.
Καλή αντάμωση! Καλή ανάσταση!

  • Κοινοποιήστε: