Ήρωες

πηγή:Andreas Loizou->Παλαιομέτοχο χωριό μου…χωριουδάκι μου

 

Ανδρέας Παναγίδης, Μιχαήλ Κουτσόφτας και Στέλιος Μαυρομμάτης
Στην κορυφή των Αθανάτων

Σαν σήμερα, στις 21 Σεπτεμβρίου 1956, οι Άγγλοι αποικιοκράτες εκτέλεσαν διά απαγχονισμού τρεις λεβέντες, τρεις αγωνιστές της Ελευθερίας και της ΕΟΚΑ. Αντί μνημόσυνου μεταφέρουμε εδώ ένα απόσπασμα από τη 7τομη σειρά βιβλίων μου «Πεθαίνοντας για την Ελευθερία» που αναφέρεται στη ζωή, τη δράση, τη δίκη και τον απαγχονισμό των 9 Ηρώων του Αγώνα της ΕΟΚΑ 1955- ’59. Στον 5ον τόμο αναφερόμαστε στους απαγχονισθέντες Ανδρέα Παναγίδη, Μιχαήλ Κουτσόφτα και Στέλιο Μαυρομμάτη.
Πιο κάτω παραθέτουμε ένα μικρό απόσπασμα (σσ 497-501) από τις τελευταίες τους στιγμές που θα συγκινήσει, που δεν διστάζω να πω με έκανε να κλάψω πολλές φορές αλλά και να είμαι περήφανος για τέτοια παλληκάρια που έδωσαν τη δική τους ζωή για να ποτίσουν το δικό μας δέντρο Ελευθερίας.
Εμείς τώρα τι κάνουμε; Διαπλοκή, διαφθορά, ξεπούλημα της πατρίδας για μερικά αργύρια.
Χρ. Ανδρέου
Χόρευαν και τραγουδούσαν λίγο πριν την εκτέλεσή τους
Για τις τελευταίες στιγμές τους μας είναι αδύνατο να τις περιγράψουμε όπως τους αξίζει. Ας αφήσουμε όμως την αδελφή του Ανδρέα Παναγίδη, την Άννα Σάββα Παναγίδη η οποία βρισκόταν εκεί λίγο πριν τον απαγχονισμό τους, να μας δώσει τη δική της περιγραφή:
«Την τελευταία φορά που τους είδα ήταν λίγες μόνο ώρες πριν την εκτέλεση τους. Πήγαμε στα κελιά των μελλοθάνατων για τον τελευταίο αποχαιρετισμό. Πήγαμε όλοι οικογενειακώς, οι γονείς μας, τ’ αδέλφια μας, η Γιαννούλα με τα τρία παιδιά της και η μάνα του Κουτσόφτα με τα παιδιά της. Τους βρήκαμε και τους τρεις – ο τρίτος ήταν ο Μαυρομμάτης – πολύ χαρούμενους. Αν και φαίνεται κάπως παράξενο εντούτοις ήταν η πραγματικότητα. Ενώ ανέμεναν σε λίγες ώρες το θάνατο με απαγχονισμό, τους βρήκαμε να χορεύουν και να τραγουδούν. Εκείνη τη στιγμή που μπήκαμε στο χώρο που βρίσκονταν τα κελιά τους, τους βρήκαμε να τραγουδούν το “ξύπνα καημένε μου ραγιά”. Και όταν τελείωσαν αυτό το τραγούδι συνέχισαν με άλλα πατριωτικά τραγούδια. Νόμιζε κανένας ότι πήγαμε οε γάμο για γλέντι και όχι στα κελιά των μελλοθάνατων και σε ανθρώπους που σε λίγη ώρα θα εκτελούνταν. Ήταν πολύ διασκεδαστικοί, κι όμως σε λίγες ώρες θα οδηγούνταν στο θάνατο!
Απ’ ό,τι μας είπαν, σαν τελευταία τους επιθυμία ζήτησαν να τους φέρουν να φάνε κι οι τρεις μια γαλοπούλα και να τους φέρουν ένα γραμμόφωνο και δίσκους με κυπριακά δημοτικά τραγούδια. Δεν ήθελαν τίποτε άλλο. Όσο απλοί ήταν εκείνοι τόσο απλή ήταν και η επιθυμία τους. Δυστυχώς όμως οι Άγγλοι δεν ικανοποίησαν την τελευταία τους επιθυμία για τη γαλοπούλα. Αυτοί όμως δε φάνηκαν να ενοχλήθηκαν ιδιαίτερα. Ίσως να φαντάστηκαν οι Άγγλοι τότε πως αν τους έφερναν τη γαλοπούλα θα έκαναν παρόμοιο γλέντι με το γλέντι που έκαναν τρώγοντας το κοτόπουλο που τους έψησε η αδελφή μου η Μαρία. Γλέντι για κείνους ήταν εκείνη τη στιγμή λίγο καλό φαγητό, τραγούδι και χορός κι ας βρίσκονταν μέσα στα σίδερα της φυλακής. Εκείνες τις στιγμές δεν ένιωθαν σαν
φυλακισμένοι αλλά σαν ελεύθερα πουλιά. Ανάμεσα στα τραγούδια που ζήτησαν να τους φέρουν μαζί με το γραμμόφωνο και που ήθελαν πολύ ακούσουν ήταν ένα λαϊκό τραγούδι, το “μπουζουκάκι” που θυμάμαι ακόμα λίγα λόγια του, γιατί είχαν σημασία.
Φέρτε το μπουζουκάκι μου
τ’ ασημοκεντημένο,
ένα τραγούδι να σας πω
απόψε που πεθαίνω.
Στο άκουσμα του τραγουδιού οι τρεις μελλοθάνατοι άρχισαν να χορεύουν με όλη τους την ψυχή. Φαίνονταν να ένιωθαν την κάθε λέξη του τραγουδιού γιατί είχε σχέση με το θάνατο που τους περίμενε σε λίγες ώρες.
Τα πρόσωπα τους έλαμπαν από χαρά και το χαμόγελο δεν έλειπε από τα χείλη τους. Ενώ χόρευαν πείραζαν ο ένας τον άλλο με διάφορες κουβέντες.
– Άντε και θα σε παντρέψω εγώ, έλεγε ο Αντρέας στο Στέλιο Μαυρομμάτη.
– Εγώ θα μπω κουμπάρος, έλεγε ο Κουτσόφτας και γελούσαν, αφού γνώριζαν ότι σε λίγο τελειώνει η ζωή τους.
– Εγώ κοπέλια σε λίγο παντρεύκουμαι με το χάρο και αφού θέλετε, ελάτε να μπείτε κουμπάροι, απάντησε ο Μαυρομμάτης.
Εγώ τους άκουγα και τους χαιρόμουν για το θάρρος και τη δύναμη που είχαν. Ήταν πολύ συγκινητικό να βλέπεις νέους ανθρώπους να χορεύουν, να τραγουδούν και να κάνουν χορατάδες τη στιγμή που γνώριζαν ότι η ζωή τους θα σταματούσε σε λίγες ώρες. Τους κοιτούσα με θαυμασμό, με χαρά αλλά και με πόνο. Δεν ήξερα τι ακριβώς ένιωθα.
Σε κάποια στιγμή ενώ αυτοί χόρευαν άρχισαν και τα μικρά παιδιά του Ανδρέα να χορεύουν. Ο Άρης χτυπούσε το πόδι του χάμω και έλεγε ‘Όπα”, ο αδελφός μου ενθουσιάστηκε και φώναξε στο γιο του:
– Μπράβο λεβέντη μου, έτσι σε θέλω. Να πεθάνει ο χάρος.
Ο πατέρας μου τότε επέμβηκε και είπε δυνατά:
-Του αντρειωμένου ο θάνατος, θάνατος δεν λογιέται.
– Γεια σου γέρο, λεβεντόγερο, φώναξαν και οι τρεις μελλοθάνατοι μαζί.
Μετά ενθουσιάστηκε και η μάνα μου και είπε δυνατά ένα τσιαττιστό το οποίο της ήρθε εκείνη την ώρα:
Ήθελα κι εγώ να ήμουν νιά (νέα) να πάω να πολεμίσω και την αιώνιον ζωή να την κληρονομήσω.
Μετά Μετά απ’ αυτό χειροκροτήσαμε όλοι. Εγώ ήμουν πολύ συγκινημένη εκείνη τη στιγμή. Τότε ο αδελφός μου, μου είπε με φωνή δυνατή γεμάτη θάρρος:
-Άννα σε βλέπω λυπημένη. Δεν πρέπει να λυπάσαι σήμερα. Θέλω να νιώθεις χαρά όπως κι εμείς.
-Δεν είμαι λυπημένη, του είπα και χαμογέλασα, όχι προσποιητά, αλλά γιατί έτσι μου ήρθε.
Εκείνη την ώρα που τους έβλεπα τόσο χαρούμενους, μόνο να χαμογελάσω μπορούσα, ήταν εκείνη η ώρα για κλάματα. Αν έκλαιγα θα στενοχωρούσα τον αδελφό μου και τους άλλους που εκείνη τη στιγμή ένιωθαν μια απερίγραπτη χαρά, ενώ με το χαμόγελο τους έκανα να νιώσουν ακόμη πιο χαρούμενοι!
-Σε δίνουμε δώρο στην πατρίδα Ανδρέα μας. Σε δίνουμε “κανίσιην”, του είπα και χάρηκε με τα λόγια μου.
– Μπράβο, ρε αρφούα, μου είπε ο Ανδρέας, έτσι λεβέντισσα σε θέλω.
Σε κάποια στιγμή η μάνα του Κουτσόφτα άρχισε τα κλάματα. Τότε ο Κουτσόφτας της λέει με δυνατή φωνή γεμάτη θάρρος:
– Μάνα, δε θέλω, ούτε να κλαις ούτε να λυπάσαι. Θέλω να χαίρεσαι μαζί μας. Ούτε έκλεψα, ούτε σκότωσα. Δεν έκανα έγκλημα. Ο,τι έκανα το έκανα για την πατρίδα.
Το τραγούδι και ο χορός συνεχίστηκαν. Ο Ανδρέας που είχε ιδιαίτερη αγάπη στα κυπριακά τραγούδια άρχισε με το τραγούδι “Τέσσερα τζιαι τέσσερα”. Συνέχισαν μετά με άλλα τραγούδια κυπριακά και άλλα τραγούδια που μιλούσαν για λευτεριά. Το τραγούδι “ξύπνα καημένε μου ράγια” ήταν το αγαπημένο του τραγούδι και το τραγουδούσε συνέχεια. Ένα άλλο τραγούδι, δεν θυμάμαι ακριβώς τα λόγια του, θυμάμαι όμως ότι έλεγε περίπου τα εξής: “Εγώ θα φύγω να νιώσουν οι άλλοι λευτεριά, η μάνα, τ’ αδέλφια, οι φίλοι ‘ τα παιδιά μας”.
Επίσης ο ίδιος έλεγε δικά του τσιαττιστά που μιλούσαν επίσης για λευτεριά.
Ο χορός τους όμως δε σταμάτησε, συνεχίστηκε. Έβαλαν στο γραμμόφωνο διάφορους κυπριακούς χορούς, καρτζιηλαμάδες, ζεϊμπέκικο, συρτούς και χόρευαν συνέχεια μέσα στο κελί τους και εμείς στο διάδρομο. Τώρα όμως δε χόρευαν μόνοι τους. Μέσα σε εκείνες τις στιγμές της συγκίνησης και του ενθουσιασμού μπήκε στο χορό και ο αδελφός του Κουτσόφτα, ο μακαρίτης ο Κώστας.
– Θα χορέψω κι εγώ για τη λεβεντιά σας και για τη λευτεριά, είπε.
Οι τρεις μελλοθάνατοι χάρηκαν ιδιαίτερα και χειροκρότησαν την είσοδο του Κώστα στο χορό.
– Όλοι μαζί, φώναξαν τότε με μια φωνή και σαν ηλεκτρικό ρεύμα πέρασε από μέσα μας και τότε μπήκαμε όλοι στο χορό. Ο πατέρας μου ξεδίπλωσε το μαντήλι του και το άπλωσε για να το δώσει στον αδελφό μου που βρισκόταν πίσω από τα κάγκελλα του κελιού του. Ο Ανδρέας δεν μπορούσε να πιάσει το μαντήλι και πρόταξε το χέρι του σαν να ήθελε να το πιάσει. Ο πατέρας μου άρχισε να χορεύει ένα συρτό. Όλοι μας αρχίσαμε να χειροκροτούμε.
– Γεια σου λεβεντόγερο, φώναζαν οι τρεις μελλοθάνατοι. Μετά πιαστήκαμε όλοι οι συγγενείς που είμαστε στο διάδρομο και χορέψαμε καλαματιανό.
– “Έχετε γεια βρυσούλες, λόγγοι, βουνά, ραχούλες”, τραγουδούσαμε όλοι μαζί.
Εκείνες οι ώρες δεν ήταν ώρες για κλάματα. Κι αν έκλαιγε κανείς έκλαιγε μόνο από συγκίνηση και χαρά.
“Στη στεριά δε ζει το ψάρι, ούτε αφρός στην αμμουδιά, και οι Κύπριοι δε ζούνε δίχως την ελευθεριά”, συνεχίζαμε και οι μελλοθάνατοι έλεγαν αυτά τα λόγια φωνάζοντας πιο δυνατά σαν να ήθελαν να τους ακούσει όλος ο κόσμος.
Και συνεχίζαμε τραγουδώντας ακόμη πιο δυνατά:
– Έχε γεια καημένε κόσμε, έχε γεια γλυκεία ζωή”. Τρέχαν τότε τα μάτια όλων μας, από συγκίνηση όμως, όχι από λύπη γιατί δεν ταίριαζε λύπηση σε κείνα τα παλικάρια.
Ο πατέρας μου, θυμάμαι, εκείνη ιη στιγμή ήταν ιδιαίτερα συγκινημένος. Χόρευε και τραγουδούσε κι εκείνος με όλη τη δύναμη της ψυχής του.
Σε κείνες τις στιγμές που το γλέντι φούντωσε ο γέρος τόσο ενθουσιάστηκε που άρχισε να απαγγέλει δυνατά ένα ποίημα που θυμάμαι ότι έλεγε:
Τι τιμή στο παλικάρι όταν πρώτο στη φωτιά σκοτωθεί για την πατρίδα με τη σπάθα στη δεξιά.
Τότε ο πατέρας μου ξανάρχισε πάλι το χορό τραγουδώντας το “Ξύπνα καημένε μου ραγιά” και τελειώνοντας σήκωσε το χέρι του ψηλά και φώναξε δυνατά: -Ζήτω η Ένωση.
Ο θόρυβος και η φασαρία από το χορό και το τραγούδι ανησύχησε τους Άγγλους δεσμοφύλακες που μας διέταξαν να σταματήσουμε, αλλιώς θα μας έδιωχναν. Ο Κουτσόφτας τότε φώναξε:
-Τι άλλο μπορείτε να μας κάνετε από το να μας κρεμάσετε;
– Ούτε τις τελευταίες μας στιγμές δε σέβεστε; Φώναξε ο Μαυρομμάτης.
-Γιατί δεν χορεύετε μαζί μας, τους φώναξε ο Παναγίδης. Ετσι δεν κάνουν οι άγριοι όταν ετοιμάζονται να φάνε το θύμα τους;
Ο πατέρας μου θύμωσε και λίγο έλειψε να κτυπηθεί με τους Άγγλους βαριάνους.
Η μητέρα του Κουτσόφτα άρχισε να διαμαρτύρεται λέγοντας τους:
– Έτο, σε λίγο θα πιείτε το γαίμα το παιδιών μας, δεν μπορείτε ούτε για λίγο να τους αφήσετε να ευχαριστηθούν τις τελευταίες τους στιγμές;
Μετά την αναστάτωση αυτή οι Άγγλοι δέχτηκαν να συνεχίσουμε την επίσκεψη μας αλλά όλα έγιναν πιο σκοτεινά. Είχαμε αναστατωθεί από τη συμπεριφορά τους.
[Σ.Σ. Ψάξαμε να βρούμε το τραγούδι αυτό με τη βοήθεια ανθρώπων ειδικευμένων στο Ελληνικό Ααϊκό Τραγούδι. Τελικά ο Ανδρέας Αθανασίου της δισκοθήκης του ΡΙΚ βρήκε 12 τραγούδια με θέμα το μπουζούκι. Απ’ αυτά μόνο ένα ταιριάζει κάπως με τα λόγια του τραγουδιού που αναζητούμε. Φαίνεται ότι οι τρεις μελλοθάνατοι παράφρασαν τα λόγια του τραγουδιού, φαινόμενο πολύ συνηθισμένο την εποχή εκείνη. Το τραγούδι που πιστεύουμε ότι τα λόγια του ταιριάζουν έχει τίτλο “Μπουζούκι μου φτωχό”, είναι σε ρυθμό ζεϊμπέκικο, σύνθεση των Ηλία Περγάτη και Στ. Χρυσίδη και το τραγούδησαν στο ελληνικό κινηματογραφικό έργο “Οι τουρίστες” οι Τάκης Τσίγγος και Λευτέρης Σπυρίδης. Τα λόγια του τραγουδιού αυτού είναι;
Παίξε μπουζούκι μου φτωχό
τον πόνο της καρδιάς μου
οι πέτρες να ραγίσουνε
στο κλάμα της πενιάς μου.
Κλάψε μπουζούκι μου μαζί μου
κλάψε μπουζούκι μου φτωχό
κλάψε γιατί απόψε χάνω
χάνω τα μάτια π’ αγαπώ.
Τώρα εσύ μου μένεις πια
φτωχό μου μπουζουκάκι
να σ’ έχω για παρηγοριά
στου πόνου το φαρμάκι.
ΡΕΦΡΑΙΝ
Κλάψε μπουζούκι μου μαζί μου κλάψε μπουζούκι μου φτωχό
κλάψε γιατί απόψε χάνω
χάνω τα μάτια π’ αγαπώ
Χρ. Ανδρέου
Εκδότης/συγγραφέας
*** Η φωτογραφία είναι από την τελευταία επίσκεψη των συγγενών των οικογενειών Κουτσόφτα και Παναγίδη στις Κεντρικές Φυλακές.
Το λεωφορείο με τους συγγενείς ξεκίνησε από την πλατεία του χωριού μας , σημερινή πλατεία Ελευθερίας για τις κεντρικές Φυλακές.


  • Κοινοποιήστε: