Ιστορίες

 

Ιστορία 1η: “Οι κουρατούες”

Το απόγευμα αργά που πήγαινα να ανάψω το καντήλι της μητέρας μου, θυμήθηκα στον δρόμο κάτι από το Λευκόνοικο.

Το σπίτι μας, όπως ξέρετε, ήταν στον κύριο δρόμο προς τη Γύψου. Έτσι, βλέπαμε όλο τον κόσμο που πήγαινε στο κοιμητήριο. Από τον καιρό που ήμουν μικρή, θυμάμαι τις τρεις κουρατούδες, τις κόρες του Κουράτου δηλ., που το σπίτι τους ήταν στο κέντρο του Λευκονοίκου, απέναντι σχεδόν από του Κουφάντρεα, αν θυμάμαι καλά.

Κάθε απόγευμα Σαββάτου, λοιπόν, έβλεπες πρώτα την πρώτη αδελφή να περνά. Σε ένα-δυο λεπτά πίσω της ερχόταν η δεύτερη και σε άλλα τρία με τέσσερα λεπτά ερχόταν η τρίτη. Ποτέ μαζί. Πήγαιναν και οι τρεις να καπνίσουν τους γονείς τους.

Πάντα μου έκαναν εντύπωση. Ψηλές και αδύνατες, περπατούσαν και πολύ γρήγορα, αγέρωχες και απλησίαστες. Με τον παπά μου γελούσαμε, γιατί έφταναν και μια συγγένεια. Από τότε, όταν κάποιοι περπατούν χωριστά, έμεινε η φράση “περπατούν σαν τις κουρατούδες” ή “έκαμά σε οι κουρατούδες;”.

Αιωνία η μνήμη τους!


  • Κοινοποιήστε: