Ιστορίες

 

Ιστορία 2η “Ο Χουμάς”

Θυμάστε τον Χουμά; Θωμάς ήταν το όνομά του και κατά παραφθορά τον φώναζαν έτσι.

Πώς τον θυμήθηκα απόψε; Σήμερα, μεταφέρθηκα στο σπίτι της θείας μου της Αθανασίας της Τόλλου(αδελφής της μητέρας μου), αφού το μεσημέρι μίλησα με τον αγαπημένο μου ξάδελφο Δημήτρη Τόλλο, γιατρό που ζει στην Πάτρα.

Στη θύμησή μου, από τα μικράτα μου, κρατώ μια σκηνή που ήμουν ένα πρωϊνό στη θεία μου, εκεί στον Σιεζιά, και έβλεπα τον Χουμά απέναντι σε έναν τοίχο να ουρεί, αδιαφορώντας αν το έβλεπαν. Πρέπει να μου έκανε μεγάλη εντύπωση αυτό το γεγονός, αφού μόνο σκύλλους βλέπαμε σε τέτοια στάση. Ήμουν με τον ξάδελφό μου τον Μιχαλάκη και τη Μάρω, οι οποίοι είχαν εξοικειωθεί φαίνεται με αυτή την εικόνα, και γελάσαμε. Μου εξήγησαν, βέβαια, ότι ήταν αγαθός και φερόταν πάντα έτσι. Δεν τον ένοιαζε αν τον έβλεπε ο κόσμος.

Το μεσημέρι που πέρασε ο παπάς μου με το αυτοκίνητο να με πάρει σπίτι, αμέσως εξέφρασα την απορία μου και σ’ αυτόν. Γέλασε και μου εξήγησε ότι ο καημένος ο Χουμάς ήταν ένα άκακο πλάσμα, που ήταν πνευματικά καθυστερημένος. Αρρώστησε από μηνιγγίτιδα μικρός και του άφησε αυτό το κουσούρι. Ήταν πολύ φτωχός και όλοι του έδιναν κάτι για να ζήσει. Όλη μέρα ήταν στο κέντρο του Λευκονοίκου και έκανε κάτι μικροθελήματα για να του δώσουν λίγα γρόσια ή κάτι να φάει, όπως ο Παούσιης που είχε μαϊρκόν(εστιατόριο) και του έδινε να φάει ό, τι έμενε από τα φαγητά.

Μου έκανε, επίσης, εντύπωση ότι ήταν ρακένδυτος σχεδόν, ασυγύριστος, λερωμένος, φαινόταν να μη νοιάζεται για την εμφάνισή του και δεν φορούσε παπούτσια. Ποτέ. Πάντα ξυπόλυτος, ό,τι καιρό και να έκανε. Κάποτε που του έδωσαν στρατιωτικά άρβυλα να φορέσει, δεν μπορούσε να περπατήσει. Τα έβγαλε με μια απότομη κίνηση και τα πέταξε με δύναμη μακριά, φωνάζοντας ότι θα κάμει “πάππου”, θα πέσει δηλαδή.

Η αρρώστεια τον έκανε παράξενο, ένα καλοκάγαθο πλάσμα που δεν μπορούσες να επικοινωνήσεις μαζί του.

Ο κ. Γρηγόρης Κλόκκος γράφει ότι κοιμόταν συνήθως καθιστός, πάνω σε μερικές ρούχινες σακούλες, σε μια γωνιά του μικρού σπιτιού του. Επίσης, αναφέρει ότι, όταν έβλεπε Τούρκο, γινόταν έξαλλος σαν ταύρος και φώναζε: “κούνο, κούνο”.

Επιλογικά, ο καημένος ο Χουμάς ήταν ένα πλάσμα του Θεού αξιολύπητο, δυστυχισμένο και ταλαιπωρημένο. Ο ίδιος, βέβαια, δεν καταλάβαινε τίποτε.

ΥΓ Παρακαλώ, όσοι ξέρουν ή θυμούνται οτιδήποτε να το γράψουν.


  • Κοινοποιήστε: