Νέα, Ομιλίες- Χαιρετισμοί

Μετά από 43 χρόνια, ναi, είμαστε πρόσφυγες ακόμη

Της Ζήνας Λυσάνδρου Παναγίδη
Δημάρχου Λευκονοίκου

Η γιαγιά ενός αγαπημένου μου φίλου, γαμπρού μου κατ’ ακρίβειαν, του Νίκου Βαγιωνά, που είναι τρίτη γενιά πρόσφυγας από τη Μικρασία, η γιαγιά η Χρυσαυγή, μόλις έφτασαν στην Ελλάδα, βρήκε απάγκιο και γαλήνη σε ένα όμορφο νησάκι, την Αμμουλιανή.
Η Αμμουλιανή είναι ένα νησάκι στον κόλπο του Αγίου Όρους, έκτασης 4,5 τετραγωνικών χιλιομέτρων, που απέχει 120 χιλιόμετρα από τη Θεσσαλονίκη. Πριν από την έλευση των προσφύγων στην Ελλάδα, ήταν μετόχι της Μονής Βατοπαιδίου. Με τη μικρασιατική καταστροφή, η Μονή Βατοπαιδίου, όπως και άλλες Μονές του Αγίου Όρους, διέθεσαν το μεγαλύτερο μέρος από την περιουσία τους που είχαν για εκατοντάδες χρόνια, δωρεές αυτοκρατόρων του Βυζαντίου, για τη στέγαση των προσφύγων.
Εκεί, λοιπόν, η γιαγιά ξανάρχισε τη ζωή της. Έκανε δική της οικογένεια, ανέθρεψε παιδιά κι εγγόνια, έχοντας πάντα στραμμένο τον νου και την καρδιά της στα απέναντι μικρασιατικά παράλια. Συνεχώς τους μιλούσε για το σπίτι της, το αμπέλι και το μαγαζί του πατέρα της. Τα εγγόνια της τη θυμούνται συνεχώς να τους υπενθυμίζει: «Το σπίτι μας είναι απέναντι. Εδώ μας φιλοξενούν».
Αυτή τη φράση θυμάμαι συνεχώς κι εγώ. Ναι, είμαστε πρόσφυγες και θα είμαστε πρόσφυγες, μέχρι να γυρίσουμε πίσω. Εδώ, μας φιλοξενούν, γι’ αυτό και ευχαριστούμε όλους στην ελεύθερη Κύπρο, αλλά και στην Ελλάδα και αλλαχού, για τη φιλοξενία. Οι ρίζες μας, όμως, είναι αλλού. Η ψυχή μας λαχταρά να γυρίσει πίσω, εκεί που ανήκει, εκεί όπου είναι θαμμένοι οι πρόγονοί μας.
Ως Δήμαρχος μιας κατεχόμενης κωμόπολης, με παράδοση και ιστορία, όπως και όλοι οι συνάδελφοί μου των άλλων κατεχόμενων Δήμων και κοινοτήτων, δηλώνω και εκ μέρους των δημοτών μου ότι απώτερος στόχος μας είναι η επιστροφή. Ο ρόλος μας είναι να κρατήσουμε τη φλόγα της ελπίδας αναμμένη, να εμφυσήσουμε πίστη και αισιοδοξία στον κόσμο μας μέχρι την ευλογημένη ώρα.

Όπως είπε και η φίλη Δήμαρχος Ακανθούς Ελένη Χατζημιχαήλ σε μια βραδινή εκπομπή, εμείς «πρέπει να ανοίξουμε δρόμους νοητούς», ώστε ο κόσμος μας, οι συνδημότες και οι συνδημότισσές μας, «να νιώθουν την ανάγκη να βλέπουν την επιστροφή». Κυρίως οι νεότεροι, όσοι γεννήθηκαν από δω, και δεν έχουν μνήμες από τη γενέθλια γη μας, να μπορούν να ακούνε τη φωνή των προγόνων τους, να τους μιλούν τα γονίδιά τους, η εθνική τους συνείδηση, από τα βάθη των αιώνων, ώστε να έχουν την «αίσθηση του ανήκειν» σε αυτή την κωμόπολη.
Προσωπικά, νιώθω ότι όσο περνά ο καιρός, όσο μεγαλώνω, τόσο πιο πολύ με αγγίζουν και με αναζωογονούν όσα έχουν σχέση με την κωμόπολή μας και τους ανθρώπους της, τόσο πιο πολύ ευγνωμονώ τους γονείς και τους δασκάλους μας για το «ευ ζην», για τη συνεισφορά τους στο δυνάμωμα της ψυχής μας, που μας βοήθησε να περάσουμε τις συμπληγάδες του ξεριζωμού στην πιο τρυφερή μας ηλικία. Κι ακόμη, όσο περνά ο καιρός, γιγαντώνεται μέσα μου ο πόθος και η λαχτάρα για να ζήσω στον τόπο μου, να χαρώ όσα μού έλειψαν όλα αυτά τα χρόνια της μετοικεσίας μας.

Αυτές τις μέρες, ιδιαιτέρως, μετά την ανακάλυψη των νέων τοιχογραφιών του 16ου και 12ου αιώνα στην εκκλησία του Αρχαγγέλου Μιχαήλ που αναστηλώνεται, νιώθω ότι έχουμε κάτι μεγάλο να μας συνδέει όλους τους δημότες του Λευκονοίκου, μεγάλους και μικρούς. Μια εκκλησία μεγαλόπρεπη που κινδύνευε με κατάρρευση, τώρα ξαναβρίσκει σταδιακά την παλιά της αίγλη και το μεγαλείο της. Κάτω από τους θόλους του Αρχαγγέλου μας, αν θέλει ο Θεός, θα λειτουργηθούμε σε κάποιους μήνες. Θα είναι μεγάλο θαύμα!

Επιλογικά, θα ήθελα να διαβεβαιώσω τους συνδημότες και τις συνδημότισσές μου που με εμπιστεύτηκαν για να τους εκπροσωπώ ότι με τη βοήθεια του Θεού θα έρθει κάποια μέρα και η δική μας Ανάσταση. Κι όπως λέει και η γριά γιαγιά του ποιητή, η εκατόχρονη:
«Θέλω να πάω σπίτι μου. Εδώ δεν είναι τόπος μου για να πεθάνω» (Φοίβος Σταυρίδης).


  • Κοινοποιήστε: