Τεθνεώτες-Επικήδειοι

Επικήδειος στον Παναγιώτη Σιμιλλή Χοίρα(Κκελλέ),
Δευτέρα, 14 Ιουλίου 2020,
Ιερός Ναός Αγ. Σπυρίδωνος, Συν. Στρόβολος 2,
Ώρα: 5μ.μ.,
Από τη Δήμαρχο Λευκονοίκου,
κ. Ζήνα Λυσάνδρου Παναγίδη.
«Η γης δεν τον χωρούσε πια
Μικρό ήταν και το σπίτι
Φεγγοβολούσαν οι ουρανοί
από την αντρειά του»
Αυτοί οι στίχοι μού ήρθαν στο μυαλό, μόλις άκουσα τον θάνατο του αγαπημένου μας συνδημότη, Παναγιώτη Σιμιλλή Χοίρα, του γνωστού σε όλους μας Κκελλέ. Ενός παλληκαριού που διερωτάσαι πώς θα τον χωρέσει η γης!
Κι όμως, αυτός ο λεβέντης, ο αψηλός, ο δουλευταράς, ο κεφάτος άνθρωπος, ο αψίθυμος, ο δυνατός, που του άρεσαν οι καυγάδες, που είχε χιούμορ, ο κιμπάρης, ο ανοικτόκαρδος, ο γλεντζές, ο φιλόξενος, ο καλόκαρδος, ο γελαστός, έφυγε το Σάββατο. Τον νίκησε στα μαρμαρένια αλώνια ο θάνατος, αφού πρώτα μπαμπέσικα του έκανε τη ζημιά με τους νεφρούς του που τον ταλαιπώρησαν 4,5 χρόνια.
Στη γειτονιά μου ήταν το σπίτι του Κκελλέ. Δίπλα από τον ποταμό τον Κρυό, που τον άκουε σαν ροβολούσε ορμητικός για να δροσίσει τη διψασμένη πεδιάδα μας. Γείτονας του μ. Νεοκλή και της Άννας, πλάι στο καφενείο του Γιαννούξιου. Με γυναίκα τη Χρυστάλλα από τη Μηλιά και τα τρία παιδιά τους: τον Νίκο, τον Σούλλη και την Κούλα, μικρά παιδιά στη γειτονιά.
Τον θυμόμαστε όλοι να βάζει οφτόν στον φούρνο εκεί στου Κουφάντρεα, στο κέντρο της κωμόπολής μας. Με τη στεντόρεια φωνή του, διαφήμιζε το οφτόν του, λέγοντας: «Έσιη οφτόν!». Μάλιστα, μια φορά, λέγεται ότι ο Γελές από την Περιστερωνοπηγή τού είπε: «Να μεν χαρώ το φως μου, άκουσά σε που το χωρκόν μου που φώναζες».
Επιπλέον, ο Κκελλές φώναζε: «Εβύζαννεν τούτον πριν το σφάξουν».
Είναι γνωστό ότι πριν σφάξουν το ζώον, το γύριζαν στον κύριο δρόμο από την Αστυνομία ως την άλλη άκρη της κωμόπολής μας, για να το δει ο κόσμος, και να ξέρει ότι είναι καλό το ζώο, όπως μας είπε και ο αδελφός του Αντρέας στο ντοκιμαντέρ που κάναμε για το Λευκόνοικο. Ασχέτως, αν άλλο ζώο έδειχναν και άλλο μπορεί να έσφαζαν…λένε κάποιοι.
Ο Κκελλές έβαζε οφτόν με ζουμίν κάθε Πέμπτη, Σάββατο και Κυριακή. Τις εργάσιμες μέρες άνοιγε τον φούρνο από τις 5:30 το πρωί, την ώρα που έφευγαν οι εργάτες, για να πάρουν μαζί τους στο καππακλίν τους, ενώ την Κυριακή τον άνοιγε «πολούτουρκα», μετά την εκκλησία, που συνήθιζαν οι οικογένειες να αγοράζουν και να τρώμε όλοι πρωί-πρωί οφτόν με κρεμμύδι και να βουτούμε και το ψωμί το φρεσκοζυμωμένο μέσα στο ζουμίν του οφτού.
Γιος του Σίμιλλου(Συμεών) και της Κουλλούς είχε άλλα έξι αδέλφια: τον μ. Γιώρκο, τον λεγόμενο «το κασαπάκι», τη μ. τη Μαρίτσα(που έμενε στο πατρικό σπίτι με τους γονείς της και την οικογένειά της, δίπλα στο γεφύρι του Κρυού), τον μ. τον Καλλή(κι αυτός φημισμένος για το οφτόν του), τη Λούλλα που ζει στην Αγγλία, τον μ. τον Μίκη τον ταξιτζή, και τον μικρότερο αδελφό του, τον Αντρέα τον Σακκούλλα.
Αξίζει να θυμηθούμε ότι η μητέρα του η Κουλλού ήταν αδελφή του μ. Θεόδουλου Καλλίνικου, του Άρχοντα Πρωτοψάλτη μας, που τίμησε την κωμόπολή μας και το νησί μας όλο, του μ. Χρίστου, του Ττάξιου, και της μ. της Πουρεκκούς, της Παναγιωτούς Σούγλη.
Ο μ. ο Σίμιλλος ήταν ο πάτερ φαμίλιας που λάτρευε τα παιδιά του και ήθελε να τα βλέπει κάθε μέρα. Όταν φώναζε στο παζάρι, έπρεπε όλοι να τρέξουν αμέσως στο παράγγελμά του. Κρατούσε και μια μπαστούνα και ας τολμούσε κανένας να μην τον ακούσει!
Ο μ. Παναγιώτης Χοίρας, που κηδεύουμε σήμερα, ήταν ένας γίγαντας! Πρώτα δούλεψε στη Λευκωσία ως σφαγέας στα νιάτα του και μετά ήταν κασάπης στο Λευκόνοικο με δικές του αγελάδες. Ένας τέτοιος άξιος άνθρωπος, σοβαρός, πατριώτης, εχέμυθος, παλληκάρι από τα πρώτα, λεβέντης, ριψοκίνδυνος, δεν μπορούσε να μη συμμετάσχει στον Αγώνα της ΕΟΚΑ! Για την προσφορά του σε εκείνο τον υπέροχο αγώνα-μετέφερε οπλισμό της οργάνωσης-τιμήθηκε από την Κυπριακή Δημοκρατία, και ήταν πολύ περήφανος!
Θα μπορούσαμε να μιλάμε για τον Κκελλέ και τα κατορθώματά του ως αύριο το πρωί. Οι ιστορίες του είναι αμέτρητες. Θα σταθώ ακόμη και στην ποδοσφαιρική του καριέρα στην ομάδα της Ανόρθωσης Λευκονοίκου , όπου άφησε εποχή στο Λευκόνοικο ως πορτάρης!
Ο Κκελλές είχε την ευλογία να αποκτήσει εφτά εγγόνια και τρία δισέγγονα! Στα παιδιά, τα εγγόνια και τα δισέγγονά του εύχομαι την εξ ύψους παρηγορίαν. Να ζουν, να τον θυμούνται, να λένε τις ιστορίες του και να τον μακαρίζουν.
Αγαπημένε μας Παναγιώτη, καλό σου ταξίδι. Κίνησες για να ανταμώσεις τη σύζυγό σου Χρυστάλλα που έφυγε το 2011, τους γονείς σου και τα αδέλφια σου, όπως και όλους τους φίλους σου.
Θα πας εκεί πάνω να τους κάνεις όλους να γελούν με τις ιστορίες σου.
Καλό παράδεισο!
Ας είναι ελαφρύ το φιλόξενο χώμα του Στροβόλου που θα σε σκεπάσει.
Καλή αντάμωση!
Μέμνησο και υπέρ ημών.

  • Κοινοποιήστε: