Γλώσσα-Ποίηση-Λογοτεχνία

Αφιερωμένο στην αγαπημένη δήμαρχο Λευκονοίκου,
αλλά και εξαιρετική φιλόλογο.

Η σημασία και η ετυμολογία της λέξης ίλαντρον, η οποία είναι άπαξ λεγόμενη στα (γνωστά) ποιήματα του Β. Μιχαηλίδη, προβλημάτισε (και εξακολουθεί να προβληματίζει, αλλά και να μπερδεύει) αρκετούς μελετητές και αναγνώστες του ποιήματος.

Αρχικά, ο Γ. Λεύκης, στο γλωσσάρι της μονογραφίας του για τον Β. Μ., ερμηνεύει τη λέξη «απ’ τη ρίζα, σύρριζα», μολονότι στην αναδημοσίευση της εργασίας του στα «Κυπριακά Γράμματα» την ερμηνεύει διαφορετικά: «παχύκορμη [λεύκα]». Ο Α. Κ. Ιντιάνος, στο υποσελίδιο γλωσσάρι του ποιήματος, υποστηρίζει ότι είναι το «μεγάλο, αντρειωμένο δέντρο». Ο Α. Πανάρετος, στις ερμηνείες των λέξεων οι οποίες περιλαμβάνονται στις «γεωργικές» παροιμίες, αναφέρει τα εξής: «“έλαντρος” και “έλεντρος”, ο (Ασκάς): πεύκος και γενικά κάθε νεαρό δέντρο που υλομανεί (βλ. και Βασίλην Μιχαηλίδην: “ίλαντρον καβάτζιν”». Ο Αιμ. Χουρμούζιος θεωρεί ότι η λέξη είναι επίθετο και σημαίνει «παχύκορμος»: «“ύλαντρον καβάτζιν” = παχύκορμη λεύκα». Ο Κ. Μ. Καραμάνος, στο γλωσσάρι του ποιήματος, δίνει την ακόλουθη ερμηνεία: «“ύλαντρον” (το) = το δασοφουντωμένο δέντρο». Ο Κ. Α. Πιλαβάκης είναι ο πρώτος μελετητής που εξετάζει τη σημασία και την ετυμολογία της λέξης σε ξεχωριστό δημοσίευμα· πιο συγκεκριμένα, αναφέρει ότι στο χωριό Αγία Φύλαξη της επαρχίας Λεμεσού η αδύνατη χαρουπιά, δηλαδή αυτή που δεν παράγει καρπούς, λέγεται «ίλαντρη τερατσιά» και ότι η λέξη προέρχεται από τη λ. γεράνδρυον/γέρανδρυς η οποία σημαίνει «παμπάλαιον δένδρον ή στέλεχος, κορμός γεγηρακώς, και, μεταφορ(ικώς), το παλιό κουφάρι». Η Α. Ταρσούλη, στον πρώτο τόμο της «Κύπρου» (1955), υποστηρίζει ότι η λέξη σημαίνει τον «κορμό» («όμως γνώριζε πως όταν κοπεί ο κορμός της λεύκας…»), μολονότι στον δεύτερο τόμο, ο οποίος εκδόθηκε οκτώ χρόνια αργότερα, φαίνεται να υιοθετεί την ερμηνεία του Κ. Μ. Καραμάνου: «φουντωμένο δέντρο». Ο Μ. Νικολαΐδης, στο γλωσσάρι της ανθολογίας του για την κυπριακή λογοτεχνία, αναφέρει ότι η λέξη σημαίνει «πυκνόν δάσος», ενώ στο γλωσσάρι της έκδοσης των «Ποιημάτων» του 1960, το οποίο ετοιμάστηκε από τον Κ. Α. Πιλαβάκη, η λέξη προσδιορίζει το «καβάτζιν» και έχει τη σημασία «αρρωστημένο, γέρικο». Ο Κ. Π. Χατζηιωάννου, στο γλωσσάρι της έκδοσης της «9ης Ιουλίου», επίσης το 1960, αμφισβητεί την άποψη ότι η λέξη προέρχεται από τη λ. γέραντρος/γέραντρον και υποθέτει ότι το πρώτο συνθετικό της «είναι το γη και ότι […], βάσει των συμφραζομένων, η λέξις πρέπει να ερμηνευθή “από γης”, γιατί […] μονάχα αν κόψεις ίσα ίσα με το έδαφος το καβάκι, ξεπετιούνται τριγύρω του πολλά παραπούλια (παραφυάδες) […]»)·ωστόσο, σε μεταγενέστερο δημοσίευμά του θεωρεί ότι προέρχεται από το γέραντρον, το οποίο «προήλθεν εκ συμφυρμού των λέξεων γέρανδρυς-γεράνδρυον, το δε γέρανδρον ετράπη εις γίλαντρον, και τούτο, κατ’ αποβολήν του γ, εις ίλαντρον». Ο Μ. Χριστοδούλου υποστηρίζει ότι η λέξη ανάγεται στη λ. αναδενδράς/αναδενδράδιον, είναι επίθετο στη λ. «καβάτζιν» και σημαίνει «θαλερός». Ο Α. Πανάρετος, επεκτείνοντας και εμπλουτίζοντας όσα ανέφερε στις «γεωργικές» παροιμίες, πιστεύει ότι «κάτω από την λέξη “ίλαντρον” κρύβονται μάλλον δύο άλλες λέξεις: η μία είναι ο γέραντρος ή το γέραντρον, που σημαίνει “δέντρον πλήρως ανεπτυγμένον και γηραλέον”, και η άλλη έλα(ε)ντρος ή έλα(ε)ντρον, που σημαίνει, εις μεν το χωρίον Αγία Φύλαξις Λεμεσού, “πολύ ζωηρόν και άκαρπον δένδρον”, εις δε το Καλόν Χωρίον Ζωοπηγής και Ασκάν, “νεαρόν και πολύ ζωηρόν δέντρον”, ως και “κάθε δέντρον που αναπτύσσει παραφυάδες (παραπούλια)”». Ο Ν. Κληρίδης θεωρεί ότι η λέξη ανάγεται στον συνδυασμό των λ. ίλαρος + δέντρον και σημαίνει «“δέντρο καλό κι ευκολομεταχείριστο, αλλά και γεμάτο ζωτικότητα”, αντίθετα προς το “γέραντρον”, [το οποίο είναι] “το δέντρο το γέρικο, το σκληρό” […]». Ο Α. Περνάρης υποθέτει ότι η λέξη χρησιμοποιείται ως επίθετο («ύλαντρος δρυς, ύλαντρον καβάτζιν» κτλ.), ότι προφέρεται και ως «γύλαντρον/γέλαντρον», ότι προέρχεται από τις λ. ύλη + αντρεία και σημαίνει «θεριεμένος». Ο Κ. Γ. Γιαγκουλλής, στο λεξικό του, αναφέρει ότι η λ. «έλαντρος/έλεντρος/ίλαντρον» είναι «κάθε νεαρό δέντρο που έχει τάση προς γρήγορη ανάπτυξη, με πολλούς βλαστούς και φύλλα, [αλλά σημαίνει και] γέρικος, αιωνόβιος (πεύκος, δρυς κ.ά.)».

Κατά τη γνώμη μας, η ακριβέστερη ερμηνεία για τη συγκεκριμένη λέξη πρέπει να αναζητηθεί σ’ ένα ξεχασμένο ή/και παραμελημένο δημοσίευμα το οποίο έχει καταχωριστεί στην εφ. «Σάλπιγξ» την 1.1.1902. Στο δημοσίευμα αυτό παραδίδεται, μεταξύ άλλων, ο στ. 183 του ποιηματος του Β. Μ. και, σε υποσημείωση, δίνεται η ερμηνεία της «επίμαχης» λέξης: «νεαρόν, υψιτενές». Αν η ερμηνεία αυτή, όπως υποθέτουμε, δόθηκε ύστερα από επεξηγηματική υπόδειξη/διευκρίνιση του ίδιου του ποιητή στο φιλικότατο απέναντί του έντυπο, ρίχνει φως και στα νοηματικά συμφραζόμενα ολόκληρου του στίχου. Έτσι, αφού το ίλαντρον είναι επίθετο, προσδιορίζει το ουσιαστικό καβάτζιν: ίλαντρον καβάτζιν, δηλαδή «νεαρή και υψιτενής λεύκα». Το ότι ανάμεσα στις δύο λέξεις παρεμβάλλονται τα «όντες κοπεί», δηλαδή μία μικρή χρονική πρόταση, δεν αποτελεί άγνωστη υφολογική συνήθεια του Β. Μ., και υπαγορεύεται συνήθως από μετρικές/ηχητικές προτεραιότητες: πρβ., π.χ., Β. Μ., «Ζητ. [1881]», στ. 4: «φως από τον ζωογόνον όταν είχον ήλιόν μου», όπου ανάμεσα στον «ζωογόνον ήλιον» παρεμβάλλονται οι λ. «όταν είχον». Τέλος, αξίζει να σημειωθεί ότι τα τελευταία χρόνια η λέξη ίλαντρον (είτε έτσι είτε με τη γραφή ύλαντρον) έγινε απρόσμενα δημοφιλής, μα πάντοτε ιδεολογικά φορτισμένη: έχει χρησιμοποιηθεί, π.χ., σε τίτλους περιοδικών εκδόσεων και ποιητικών συλλογών (βλ., π.χ., το λογοτεχνικό περιοδικό «Ύλαντρον» και τη συλλογή του καλού σύγχρονου ποιητή Κ. Βασιλείου «Το ίλαντρον»).
Απλουστευμένη αναδημοσίευση, χωρίς παραπομπές, από την εργασία: Κ. Ιωάννου, «Η παράδοση και τα εκδοτικά προβλήματα του ποιητικού έργου του κύπριου ποιητή Βασίλη Μιχαηλίδη: το παράδειγμα της “9ης Ιουλίου του 1821 εν Λευκωσίᾳ (Κύπρου)”», Λευκωσία, Η. Επιφανίου, σσ. 895-899.


  • Κοινοποιήστε: